: Απεικάσματα σκέψης: ..φυγή..
Yπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο. Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα. Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη. Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο. 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

..φυγή..



Κοίταξα το ταβάνι, μύριζε βρώμικο, τις αράχνες δεν τις έβλεπα στο αχνό φως που με τα βίας έμπαινε από τα στόρια αλλα ήμουνα σίγουρη οτι ήτανε εκεί. Ενας ιστός μου γαργαλούσε την κοιλιά, πως να μην ήμουνα. Σε τι ταλαιπωρία έβαζα την ψυχή μου, το σώμα μου. Δεν θα μου έβγαινε σε καλό αύτο το ταξίδι αλλά ήρθα. Ποια δύναμη πιο ισχυρή από την λογική με έφερε εδώ. Η αγάπη; Ήτανε τόσο δυνατή; Το πάθος ίσως; Αυτό μάλιστα. Δεν θέλω αλλά πάθη! Αφήστε με ήσυχη!

Ικανοποίησα το πάθος μου, το δικό του, έβαλα ένα κομμάτι στο παζλ του καλλιτέχνη μου. Τώρα θέλω να φύγω. Δεν μπορώ να περάσω το βραδύ μου εδώ.
Μπορείς να πεις ότι είμαι κακομαθημένη. Είμαι! Δεν μπορώ να κοιμηθώ εδώ! Όχι! Η πόρτα άνοιξε και λούστηκε το δωμάτιο με φως του φεγγαριού. Μην με μπερδεύεις και εσύ φως μου. Εσύ ξεχύθηκες εδώ πέρα. Μην με κανείς να μετανιώσω. Θέλω να φύγω. Καλά είσαι μάτια μου; με ρώτησε. Όχι φώναξα μέσα μου, ναι ακούστηκε έξω μου. Νόμιζα θα είχες κοιμηθεί μέχρι τώρα και με αγκάλιασε. Δεν μπορούσα με όλη αυτή την μουσική ανταποκρίθηκα.

Τι παράξενος άνθρωπος. Ο πιο παράξενος άνθρωπος που γνώρισα σε όλη μου την ζωή. Παράξενα και όλα όσα μου έβγαζε. Φορές που θέλω να τον χτυπώ τόσο πολύ μέχρι να ματώσουνε τα χεριά μου όπως είναι ήδη η ψυχή μου και άλλες να τον έχω αγκαλιά, να τον χαιδεύω και να τον φιλάω μέχρι να διώξω όλους αυτούς τους δαίμονες που τον κυνηγάνε. Κάνω το δεύτερο, κάνει το ίδιο μέχρι που και ο Μορφέας μας χαμογέλασε τελικά ικανοποιημένος.

Ξημερώνει. Η θάλασσα σιγοτραγουδούσε. Ξέχασα και τις αράχνες!
Τι λαμπερή μέρα έρχεται! Άνοιξα την πόρτα απαλά σαν να φιλούσα μωρό στον ύπνο του και βγήκα έξω. Θάλασσα με βουνό! Τι όμορφο πάντρεμα. Μύριζε φύκια και αχινούς τοσο έντονα! Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρονιά. Στην ακρογιαλιά με τα αδέλφια μου περιμένοντας τον μπαμπά μου που κατακτούσε και λεηλατούσε τα βράχια! Όμορφος άντρας ο πατέρας μου! Τον ζήλευε ο Ποσειδώνας, ζήλευε την λατρεία που του είχε η θάλασσα! Τι χαρά κάναμε όταν γυρνούσε! Αυτό ήτανε ζωή! Το γελαστό πρόσωπο του, τα πιο γελαστά δικά μας! Θα του άρεσε εδώ είμαι σίγουρη.

Έβαλα τα πόδια μου μέχρι το γόνατο, με γαργαλούσε αυτό το νερό! Δεν είχα καταλάβει πότε το παιχνίδι έγινε έρωτας μέχρι που είχα ήδη βραχεί ολόκληρη!
Βγήκα από μέσα της και κάθισα στην αμμουδιά αγκαλιάζοντας την. Δεν τολμούσα να φύγω! Σαν να ήτανε γυναίκα, μην την πληγώσω! Ακούστηκε ένα Μαρία μου και τρόμαξα! Πότε ήρθε χωρίς να ακούσω βήμα. Μαρία μου σε φωνάζω εδώ και ώρες, νόμιζα ότι έφυγες! Μα έφυγα, απόρησα. Αν δεν έφευγα δεν θα ήμουνα εδώ........
Δημοσίευση σχολίου