: Απεικάσματα σκέψης: Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης
Yπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο. Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα. Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη. Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο. 

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης




Κάτω από σκόνη και το χώμα που πατάμε, κάτω από τα λαγούμια του τυφλοπόντικα, κάτω από τις πέτρες και τις βαθιές ρίζες των δέντρων, κάτω από τις θαμμένες αρχαίες πολιτείες, πολύ κάτω χαμηλά… πιο κάτω κι από τις υπόγειες σπηλιές με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα βουβά ποτάμια και τους μεγάλους υγρούς βράχους, εκεί κάτω και πιο κάτω, υπάρχει ένα δέντρο.
Ένα πολύ περίεργο δέντρο…
Είναι τεράστιο, πελώριο, γιγαντιαίο. Αν σε ρωτούσα ποιο είναι το πιο ψηλό βουνό που έχεις δει -όχι που ξέρεις…που έχεις δει- Ε, λοιπόν φαντάσου πως είναι τόσο ψηλό και άλλες δέκα φορές κι ακόμα δέκα. Είναι τόσο ψηλό που άμα σταθείς από κάτω του και κοιτάξεις πάνω θα δεις μονάχα σύννεφα υδρατμών και όχι τα κλαδιά του…
Επίσης ο κορμός του είναι τόσο φαρδύς που όταν στέκεσαι κοντά του δεν κυκλώνει, αλλά ένα ξύλινο τοίχος ορθώνεται από την μία μεριά ως την άλλη. Χίλια άτομα να πιαστούν χέρι χέρι δεν θα μπορέσουν να τον αγκαλιάσουν.
Και τα φύλλα του; Αχ τα φύλλα του είναι πραγματικά πανέμορφα. Είναι χρυσαφί και βελούδινα και έχουν στην επιφάνεια τους μικροσκοπικά αυλάκια που σχηματίζουν σχέδια μοναδικά, αυλάκια που εγκλωβίζουν τη σκόνη και στη συνέχεια την αποβάλουν. Γιατί υπάρχει πολύ σκόνη εκεί κάτω.
Το πιο θαυμαστό σε αυτά τα φύλλα όμως είναι πως λαμπιρίζουνε. Όχι γιατί αντανακλούν το φως. Όχι, όχι… Λαμπιρίζουνε γιατί παράγουν δικό τους φως. Ένα αχνό, απαλό, ξεκούραστο φως που πολλαπλασιάζεται από το αμέτρητο πλήθος τους και γίνεται τόσο δυνατό που φωτίζει όλη την κάτω περιοχή εκεί.
Αυτό το φως φτάνει και ως εδώ επάνω που ζούμε εμείς και που αναπνέουμε το οξυγόνο των δικό μας πράσινων φύλλων. Ενώνεται με του ήλιου και γίνονται ένα.
Μονάχα που το χειμώνα και ειδικότερα όσο πλησιάζουμε τα Χριστούγεννα, το φως των φύλλων του δέντρου μας μειώνεται και εξασθενεί. Εξασθενεί, γιατί δεν βρίσκεται μόνο του εκεί κάτω. Μαζί του, σε όλη την περιοχή -που πιστέψτε με είναι πάρα πολύ μεγάλη- ζούνε χιλιάδες μα χιλιάδες καλικάτζαροι.
Καλικάτζαροι ψηλοί, κοντοί, μεγαλόσωμοι, μικροσκοπικοί, πράσινοι, καφέ, κίτρινοι, μαύροι, με αυτιά μακριά και μεγάλες μύτες, με μαλλιά σκληρά σαν σίδερο και τρίχες σε όλο τους το κορμί. Με καλαμένια δάχτυλα και νύχια γαμψά ή με κοντά δάχτυλα σαν φελλούς, με σπυριά γεμάτα πύον και δόντια μαύρα. Ζούνε εκεί και γυροφέρνουν και σουλατσάρουν και γκιζεράνε με έναν και μόνο σκοπό. Να καταστρέψουν αυτό το δέντρο.
Θέλουν να το καταστρέψουν πρώτον γιατί μισούνε το φως του. Τα μάτια τους είναι μεγάλα και υγρά και με το φως πονάνε και δεν μπορούν να δούνε. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί τα κλαριά του δέντρου αυτού συγκρατούν το ταβάνι της κάτω πλάσης. Έτσι ο δικός μας κόσμος εδώ πάνω δεν βουλιάζει στα έγκατα της γης χάρις στο στήριγμα των κλαριών αυτών.
Οι καλικάτζαροι όμως μισούνε και τον κόσμο μας. Μισούνε εμάς, μισούνε τη θάλασσα, τον ουρανό μας με τα αστέρια, μισούνε τον αέρα και τη βροχή, τα καταπράσινα λιβάδια μας, τα δάση και τα ποτάμια μας, τα σπίτια με τις αυλές και τα λουλούδια και τις μέλισσες με το μέλι και τις αρκούδες και όλα τα ζώα. Μισούνε ακόμα και τα δρομάκια στο τέρμα του χωριού και τα στενά σοκάκια στις πόλεις. Μισούνε ότι μα ότι μας περιβάλει.
Οπότε, παίρνουν τα πριόνια τους, τα τσεκούρια τους και ότι άλλο κοφτερό έχουν, ακόμα και τα δόντια τους και τα νύχια τους και κόβουν τον κορμό του δέντρου. Κόβουν και πριονίζουν και πελεκάνε με σκοπό να τον ρίξουν κάτω για να καταφέρουν την μεγαλύτερη σκανταλιά από ποτέ. Γιατί οι σκανδαλιές είναι από τα λίγα πράγματα που αγαπάνε μαζί με την νύχτα και τα σκοτάδια…
Αλλά αυτή τους η αγάπη είναι που μας σώζει μέχρι τώρα και δεν βουλιάζουμε… Αφού κάθε Χριστούγεννα, στο τέλος του χρόνου δηλαδή, που η μέρα μικραίνει και η νύχτα μεγαλώνει μιας και το φως του δέντρου όπως είπαμε λιγοστεύει, οι καλικάτζαροι μπορούν και διακρίνουν την δική μας νύχτα. Μία νύχτα σε έναν άλλο κόσμο γεμάτο μισητούς ανθρώπους έτοιμους να πέσουν στις σκανδαλιές τους. Έτσι μέσα από τρύπες και λαγούμια κρυφά, που δεν τα ξέρουμε εμείς, παρατάνε τον κόσμο τους και την σχεδόν τελειωμένη δουλειά τους και ανεβαίνουν όλοι μα όλοι εδώ πάνω.
Τότε γίνεται κάτι σωτήριο. Όσο βρίσκονται μακριά από το σπίτι τους, το δέντρο που στηρίζει την οροφή του δικού τους και το πάτωμα το δικό μας, αρχίζει και θρέφει. Έτσι τα φύλλα του δυναμώνουν και φωτίζουν περισσότερο και η μέρα μεγαλώνει ξανά διώχνοντας του καλικάτζαρους από τα μέρη μας. Επιστρέφοντας λοιπόν κάτω σπίτι τους με κοιλιές στρογγυλές και φουσκωτές από τα πολλά γλυκά που μας έχουν κλέψει και έχουν φάει, αντικρίζουν έναν κορμό γερό και στητό σαν να μην είχε πειραχτεί ποτέ του στο παρελθόν.
Τότε πιάνουν πάλι τα τσεκούρια και τα πριόνια και ξανά από την αρχή για έναν ακόμη χρόνο, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα που επαναλαμβάνεται το ίδιο. Και ξανά πάλι τα ίδια και κάθε χρόνο τα ίδια… Ευτυχώς δηλαδή γιατί αν δεν γινόταν αυτό μπορεί να βρισκόμασταν και εμείς εκεί κάτω μαζί τους και να είχαμε τώρα πράσινο χρώμα, καρφιά για μαλλιά και μάτια μεγάλα και υγρά ζώντας μέσα στα σκοτάδια.


Μια φορά όμως, πλησίασαν τόσο κοντά στον στόχο τους που λίγο έλειψε να τον ολοκληρώσουν. Ήταν τότε που ο κλειδοκράτορας των κόσμων παραξενεμένος έριξε μια γρήγορη ματιά προς τα εδώ και εσύ ένιωσες πως βρίσκεσαι ξαφνικά εγκλωβισμένος, τότε που το χέρι του μετρητή του χρόνου δεν χτύπησε το τύμπανο του και εσένα σου κόπηκε στιγμιαία η ανάσα, τότε που οι μοίρες έστρεψαν και οι τρεις μαζί το βλέμμα τους δυτικά και προστέθηκε σε εσένα ένα ελάχιστο κομμάτι ζωής αλλάζοντας ξαφνικά ολόκληρη την τύχη και το ριζικό σου.
Για όλα αυτά ευθύνεται ένας καλικάτζαρος. Ένας νεαρός καλικάτζαρος.
Γεννήθηκε όπως όλοι οι καλικάτζαροι. Σε μια λασπωμένη γούρνα. Είχε τα φόντα να γίνει μεγάλος και τρανός, ομαδάρχης ή και αρχηγός… ακόμα και πρώτος τσεκουροπελεκητής της φυλής του.
Ο μπαμπάς του ήταν ένας πράσινος καλικάτζαρος με τρίχες στα μάγουλα, πόδια χοντροκομμένα και χέρια φαρδιά σαν φτυάρια που όταν κρατούσε τσεκούρι στα χέρια του πελεκούσε τον κορμό τόσο γρήγορα λες και ήταν τρυποκάρυδος και τα κομμάτια ξύλου που έκοβε ήταν ίσα με το άνοιγμα των χεριών του. Τον λέγανε Αγκτρζγκρ αλλά τον φωνάζανε και Αγκτρζγκρτσέκουρο επειδή πελεκούσε με τσεκούρι.
Η μαμά του ήταν μία μαύρη καλικάτζαρος που καμπούριαζε τόσο που έφτανε σχεδόν το κεφάλι της στα γόνατα. Είχε αραιό κοντό μαλλί που έμοιαζε με ιστό αράχνης και δόντια μυτερά και κοφτερά. Δάγκωνε καθημερινά το δέντρο, φτύνοντας τα κομμάτια δεξιά και αριστερά. Μονάχα πριν γεννήσει είχε σταματήσει τις δαγκωματιές και είχε βρει μια ωραία άνετη λασπωμένη γούρνα για να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Την λέγανε Γκρτζερτ και την φωνάζανε Γκρτζερτδοντού από τα κοφτερά της δόντια.
Ο μικρός μας καλικατζαράκος όταν γεννήθηκε ήταν σκουροπράσινος, είχε κοντές σιδερένιες τρίχες στο κεφάλι του σαν πινέζες και χέρια ίδια με του πατέρα του. Είχε ακόμα και το δεξί του αυτί σάπιο που είναι πολύ σπάνιο να γεννηθεί καλικάτζαρος με σάπιο κομμάτι στο σώμα του. Οι περισσότεροι σαπίζουν αφού γεννηθούν και ενηλικιωθούν. Είχε και μία μύτη πολύ μικρή με μικροσκοπικά ρουθούνια που δυστυχώς ήταν αυτή η αιτία που χάλασε όλη την πορεία.
Την στιγμή της γέννησης λοιπόν που γονείς, λοιποί συγγενείς και φίλοι είχαν μαζευτεί γύρω από την γούρνα και τον κοιτούσαν όλο στοργή θαυμάζοντας το σαπισμένο του αυτί, περίμεναν να ουρλιάξει την πρώτη του κραυγή για να του δοθεί το όνομα του. Γιατί έτσι παίρνουν οι καλικάτζαροι τα ονόματα τους. Σύμφωνα με το τι θα πρωτοφωνάξουν, πρωτοουρλιάξουν ή πρωτοπούν.
Ο καλικατζαράκος μας αργούσε ανησυχητικά να φωνάξει κάτι μιας και δυσκολευόταν να ανοίξει τα μεγάλα του μάτια, για να υγρανθούν και αυτά όπως όλων τον όμοιων του. Κάποια στιγμή όμως άνοιξε το στόμα του για να βγάλει την πρώτη του κραυγή αντιδρώντας στην δυσκολία του αυτή. Μια σκονίτσα όμως πήγε και κάθισε στην μύτη του και του έκλεισε το ένα ρουθούνι. Οπότε αντί να πει κάτι σαν Αρτζγκρτ ή Αντκτζρτπρ ή Αζτρτγκρτγκ του ήρθε να φτερνιστεί και ο ήχος που έβγαλε ήταν ένα «αφούφρ». Και ειδού το όνομα του. Αφούφρ!
Βέβαια, σε εμάς ακούγεται ένα πολύ ωραίο όνομα… Αλλά μόνο σε εμάς. Στους καλικάτζαρους ακούγεται φρικτό και απαίσιο και ακόμα χειρότερα. Γιατί το όνομα στους καλικάτζαρους είναι ιερό και καθορίζει την αξία του. Εν ολίγοις… Όλες οι ελπίδες που είχαν οι γονείς του Αφούφρ για μία τρανή σταδιοδρομία, δόξα και τιμές χαθήκαν με το άκουσμα ενός φτερνίσματος.


Ο Αφούφρ μεγάλωνε σαν κοινός πλέον καλικάτζαρος και μάλιστα από τους πιο αδιάφορους. Ήταν ένας από αυτούς που γέμιζαν με πριονίδι τα τσουβάλια και σκούπιζαν τον περίβολο του δέντρου. Καμιά φορά τον άφηναν να γυαλίζει τις λάμες από τα τσεκούρια και τα πριόνια άλλων καλικατζάρων, αφού στον ίδιο δεν είχαν δώσει. Μονάχα υποσχέσεις είχε πάρει πως όταν σκουπίσει και φτυαρίσει αρκετούς τόνους πριονίδι θα έπαιρνε τσεκούρι ή πριόνι. Και ο καημένος ο Αφούφρ, κάθε φορά που του επαναλάμβαναν την υπόσχεση, σκούπιζε και φτυάριζε με περισσότερο ζήλο.
Πότε πότε όμως έριχνε κλεφτές ματιές σε πρωτοτσεκουράδες και αρχιπριονάδες καλικάτζαρους. Φανταζόταν πως και αυτός μπορεί να φτάσει σε τέτοιο σημείο. Δηλαδή να πελεκάει και να πριονίζει το δέντρο με θέληση και σβελτάδα. Μάλιστα κάποιες φορές έπιανε το κοντάρι της σκούπας ή του φτυαριού του και το μετέτρεπε με την φαντασία του πότε σε πριόνι και πότε σε τσεκούρι πελεκώντας και πριονίζοντας τον αέρα.
Έπιανε τον εαυτό του να φαντάζεται τα θρυλικά τσεκούρια των προγόνων του και στα όνειρα του είχε γινόταν ο καλύτερος τσεκουροπελεκητής όλων των εποχών. Καθώς σκούπιζε σιγοψιθύριζε ασυναίσθητα τραγούδια ξυλοκόπων και σχημάτιζε με τα χείλια του τους ήχους που κάνει το ξύλο καθώς σκίζεται. «Κρακ» και «Σκρουτ» και «Χιρστ».


Οι μήνες περνούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ο Αφούφρ μεγάλωνε και δυνάμωνε. Κατά τον Χειμώνα -είχε γεννηθεί αρχές του έτους- ήταν λιγότερο του ενός χρονών, αλλά να ξέρετε πως οι καλικάτζαροι ναι μεν ζουν πολλά χρόνια αλλά ενηλικιώνονται πολύ γρήγορα. Έτσι στους δέκα μήνες ήταν ένας κανονικός καλικάτζαρος.
Όλοι τώρα συζητούσαν για τα Χριστούγεννα. Είχε ακούσει για αυτά αλλά δεν τα είχε ζήσει ποτέ του. Γνώριζε μονάχα πως σήμαιναν σκανταλιές, βόλτες, ξεγνοιασιά, διακοπές, γλυκά και πολλά άλλα καλά. Δεν τον ένοιαζε όμως. Αυτός μονάχα το ξυλοκόπημα και το πριόνισμα σκεφτόταν και τίποτε άλλο.
Έβλεπε το δέντρο να πετσοκόβεται και η περίμετρος του κορμού του να μειώνεται μέρα με τη μέρα. Τα φύλα του είχαν χάσει κατά πολύ την λάμψη τους και κάποια από αυτά είχαν ξεκινήσει να πέφτουν δημιουργώντας καφετί στρώματα στις επιφάνειες των γκρίζων βράχων. Ώσπου μια μέρα έφτασαν τα Χριστούγεννα.
Στην αρχή ο Αφούφρ δεν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Διέκρινε μία ανησυχία στους τριγύρω του και μία ταραχή, αλλά πίστευε πως είχε να κάνει με τις εργασίες. Αυτός το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν να σκουπίζει και να φτυαρίζει για να ανέβει βαθμίδα και να αποκτήσει το τσεκούρι του. Όπως του είχαν υποσχεθεί. Είχε καταλήξει πως ήθελε τσεκούρι και όχι πριόνι…
Όταν είδε όλους να τρέχουν προς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του δέντρου και να χώνονται σε τρύπες και σπηλιές για να φύγουν, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Σταμάτησε τότε έναν χοντρό καλικάτζαρο με κίτρινα σπυριά, φαλάκρα και κοντά πόδια, που προχωρούσε ξωπίσω όλων χωλαίνοντας για να ρωτήσει τι γινόταν. Απορημένος ο χοντρός καλικάτζαρος του είπε απλά πως είναι Χριστούγεννα, και ξεκίνησε να τρέχει -χωρίς να καταφέρνει και πολλά.
Ο Αφούφρ δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταζε τριγύρω του και έβλεπε πουθενά άλλους καλικάτζαρους. Μονάχα τον χοντρό καλικάτζαρο με τα κοντά πόδια διέκρινε κάποιους ακόμα πολύ μακριά που χανόταν στις τρύπες των πλαγιών. Είχε μείνει τελευταίος. Αυτός και η σκούπα του.
Κοιτούσε αποχαυνωμένος το κενό αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει ανεκμετάλλευτος. Ξαφνικά τα αυτιά του -που είχαν σαπίσει για τα καλά- άρχισαν να πιάνουν κάτι ήχους. Στην αρχή ήταν απλά αόριστοι ήχοι στο κενό. Σιγά σίγα όμως άρχισαν να ακούγονται διαφορετικά. Ακούγονταν γνωστοί. Τόσο γνωστοί που τον έκαναν να ξυπνήσει και να αναρωτηθεί.
Ήταν ήχοι από τον κορμό του δέντρου. Ήχοι που πρόδιδαν πως το δέντρο αργοπέθαινε.
Γύρισε και το αντίκρισε.
Έδειχνε ετοιμόρροπο. Ταλαντεύονταν δεξιά και αριστερά και τα τελευταία κομμάτια της καρδιάς του κορμού έτριζαν μαρτυρικά, προσπαθώντας να κρατήσουν τον τεράστιο όγκο των κλαδιών ψηλά στην θέση τους. Μέσα στην απόλυτη ησυχία οι συριστικοί ήχοι ταξίδευαν στον άδειο χώρο και η ηχώ τους μετέτρεπε το τοπίο σε χορωδία θλίψης.
Όμως ο Αφούφρ έλαμπε. Το δέντρο ήταν μπροστά του, ολομόναχο και τον περίμενε. Οι ήχοι πόνου που έβγαζε, στα αυτιά του ακούγονταν σαν κάλεσμα. Τον καλούσε για την μία και μοναδική ευκαιρία που επιτέλους του παρουσιάστηκε. Να πελεκήσει το δέντρο.
Δάκρυσε από χαρά. Έκανε βήματα μπροστά παραπατώντας από την συγκίνηση. Πέταξε την σκούπα και άνοιξε τα χέρια διάπλατα σαν να ήθελε πρώτα να αγκαλιάσει το δέντρο από αγάπη για αυτό που του πρόσφερε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και δεν έβλεπε που πατούσε. Κάτι στο έδαφος έκλεινε το δρόμο του και τον έκανε να σκοντάψει και να σωριαστεί φαρδύς πλατύς.
Γύρισε να δει τι ήταν. Σοκαρίστηκε. Μας πως ήταν δυνατόν η τύχη να του χαμογελάει τόσο; Όχι απλά να του χαμογελάει, αλλά να τον σηκώνει στους ώμους της. Ήταν ένα τσεκούρι. Ένα κανονικό τσεκούρι. Κοφτερό, στιβαρό που γυάλιζε και καθρέφτιζε στην λάμα του το χαμογελαστό και έκπληκτο πρόσωπο του Αφούφρ. Σίγουρα κάποιος βιαστικός καλικάτζαρος το είχε παρατήσει και είχε φύγει άρον άρον για τα Χριστούγεννα.
Το άρπαξε αμέσως. Το ψηλάφησε, το χάιδεψε, του ψιθύρισε λέξεις, το γύρισε σβούρες, το πέταξε ψηλά στον ουρανό ξαναπιάνοντας με ευκολία. Έσκισε τον αέρα με περίτεχνες κινήσεις. Το τσεκούρι ήταν προέκταση του σώματος του και ας μην το είχε πιάσει άλλη φορά ποτέ του.
Τότε όρμησε μπροστά κραδαίνοντας το σφιχτά και βγάζοντας από τα πνευμόνια του μία άναρχη κραυγή επίθεσης. Πλησίαζε και όλο και πλησίαζε τον κορμό του δέντρου ώσπου ελάχιστα μέτρα πριν τον φτάσει έκανε ένα μεγάλο άλμα προς τα πάνω του. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει πολύ αργά. Τα πρόσωπο του είχε τεντώσει, το στόμα είχε παγώσει στο σχήμα της κραυγής, τα μπράτσα του είχα φουσκώσει από την ενέργεια και η λάμα του τσεκουριού πλησίαζε τον κορμό. Ώσπου τον χτύπησε.
Το δέντρο έτριξε και ταλαντεύτηκε ακόμα δυνατότερα βγάζοντας έναν σπαρακτικό ήχο από τα εναπομείναντα σώθηκα του. Τα δάκρυα του φάνηκαν αμέσως. Μία χρυσοκαφετί βροχή από εκατομμύρια φύλλα που αφέθηκαν στο έλεος της βαρύτητας.
Πέθαινε. Πιθανόν ήθελε ένα τσεκούριασμα ακόμα. Μονάχα ένα. Ένα. Ο Αφούφρ θα έκοβε και θα έριχνε το δέντρο. Θα γινόταν θρύλος. Χαμογέλασε και κοίταξε ψηλά.
Μια φωνή τότε ακούστηκε.
«Αγκράατζτ!»
Ο Αφούφρ δεν έδωσε σημασία.
«Αγκράατζτ σε ευχαριστώ. Ε! Αγκράατζτ σε ευχαριστώ λέω».
Ο Αφούφρ γύρισε να κοιτάξει. Ήταν ένας καλικάτζαρος πολύ πολύ αδύνατος με μισόκλειστα μάτια γεμάτα τσίμπλες. Ήταν κάποιος από την φυλή των υπναράδων το δίχως άλλο.
«Αγκράατζτ δεν σε λένε; Σε άκουσα να το φωνάζεις όταν πελεκούσες το δέντρο».
Ο Αφούφρ τον κοίταζε ανέκφραστος. Ο άλλος καλικάτζαρος χασμουριόταν συνεχόμενα πολλές φορές. «Αγκράατζτ» σκέφτηκε ο Αφούφρ. Τι ωραίο όνομα. «Ναι Αγκράατζτ με λένε» είπε τελικά.
«Σε ευχαριστώ πολύ που με ξύπνησες γιατί αλλιώς θα έχανα όλο αυτό».
«Είναι εκπληκτικό, σχεδόν έχει τελειώσει» είπε ο Αφούφρ.
«Μα τι λες… Τώρα μόλις άρχισε. Δεν το μυρίζεις;».
«Είναι η κατάρρευση του αυτό που μυρίζει» είπε ο Αφούφρ.
«Τι είναι; Μα όχι… Για μύρισε καλύτερα…»
Ο Αφούφρ άνοιξε όσο μπορούσε να μικροσκοπικά ρουθούνια του και έριξε μια καλή ρουφηξιά.
Τι ήταν αυτό; Δεν το είχε ξαναμυρίσει… Δεν ήταν σίγουρα πριονίδι. Δεν ήταν σίγουρα το δέντρο ούτε τα ξερά του φύλλα και δεν ήταν ούτε η κατάρρευση του που τόσο ποιητικά είχε δηλώσει προηγουμένως. Τι ήταν όμως;
«Τι είναι;» ρώτησε.
«Είναι γλυκά, ζαβολιές, σκανταλιές, διακοπές, νύχτα, κρύο, βροχή και χιόνι. Είναι τα Χριστούγεννα. Σου αρέσουν τα Χριστούγεννα έτσι Αγκράατζτ;»
«Δεν έχω ζήσει άλλα Χριστούγεννα. Δεν ξέρω πως είναι. Αλλά μυρίζουν φανταστικά».
«Πάμε τότε πάνω πριν μας φάνε τα καλύτερα γλυκά οι υπόλοιποι».
«Μα αν κόψουμε το δέντρο δεν θα είναι μόνιμα Χριστούγεννα εδώ κάτω;»
«Τι μου λες; Πάνω είναι τα μυρίζω και τα μυρίζεις… Και οι άλλοι γλεντάνε εις βάρος μας. Πρέπει να φάμε και εμείς ένα κομματάκι. Βιάσου Αγκράατζτ».
Το ξανασκέφτηκε. Ήταν τώρα ο Αγκράατζτ και πάνω ήταν τα Χριστούγεννα. Έτρεξε ξωπίσω από τον μισοκοιμισμένο καλικάτζαρο και χώθηκε στην πρώτη ανοδική τρύπα που βρήκε.


Το δέντρο φυσικά έθρεψε. Αλλά ήταν τόσο κοντά, τόσα δα κοντά για να καταρρεύσει. Αλλά δεν κατέρρευσε και ούτε πρόκειται ποτέ. Γιατί είναι η μοίρα του καλικάτζαρου τέτοια να υποκύπτει στα εφήμερα, γιατί είναι η μοίρα του να παρασύρεται από το τώρα, γιατί πολύ απλά η λιχουδιά είναι το δόλωμα. Το πραγματικό φαί βρίσκεται αλλού.
Νοικοκυρές συνεχίστε να φτιάχνεται γλυκά τα Χριστούγεννα. Θα είμαστε για πάντα ασφαλείς.

 Ευάγγελος Ευθυμίου

Δημοσίευση σχολίου