: Απεικάσματα σκέψης: Δεκεμβρίου 2011
Yπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο. Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα. Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη. Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο. 

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Love story





Ένας κόσμος ανάποδα


Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι. Το 1948 και το 1976 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διατύπωσε οικουμενικές διακηρύξεις με εκτενείς καταλόγους ανθρώπινων δικαιωμάτων' αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο που δεν διακηρύχθηκε ποτέ; τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη
στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα
τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση
η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων
οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν
στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν
σε καμμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν
οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών
οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς
οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί
οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις
η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του
ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη
κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο
ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει
το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία ε΄ναι δικαιώματα του ανθρώπου
κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαϊ
κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου
κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά
η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν
η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν
η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη
μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής’ μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού
στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης
η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα
η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ»
θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές
οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ
όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου
η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γ**ημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία καιτ ην κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.

Εντουάρντο Γκαλεάνο

Γιατί δεν άνοιξε το σουσάμι;


Μέχρι να γίνω δεκατριών χρονών πίστευα ότι η ζωή είναι αλλού. Ζούσα φυσικά, έπαιζα, πήγαινα σχολείο, διασκέδαζα με τον τρόπο μου. Όμως ένιωθα ότι η πραγματική ζωή διαδραματιζόταν, φερ'ειπείν, σ'ένα σαλόνι κι εγώ καθόμουν ήσυχα ήσυχα στο χολ περιμένοντας τη σειρά μου.
Στα πρώτα μου εφηβικά γενέθλια είπα αυτό ήταν, τελείωσε η μακρά περίοδος αναμονής, τώρα θ'ανοίξει ξαφνικά η πόρτα και θα ενωθεί το χολ με το σαλόνι. Ματαίως. Ο καιρός με προσπερνούσε και η πόρτα δεν άνοιγε. Η ζωή όλο κάπου αλλού έκανε παιχνίδι.
Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Τι κάνουν σε μια αόρατη πόρτα που δεν ανοίγει με κανονικά κλειδιά; Βρίσκουν τη μαγική λέξη, βρε χαζό, μου ψιθύρισε η παιδική μου φίλη, πρέπει να ψάξουμε να βρούμε το "άνοιξε σουσάμι" μας!
Ρίξαμε μια προσεκτική ματιά στον κόσμο των μεγάλων γυναικών και αμέσως καταλήξαμε μ'ένα στόμα: Ομορφιά, ιδού το τέλειο διαβατήριο! Αν γίνουμε όμορφες, η ζωή θα αναγκαστεί να μας κάνει βαθιές υποκλίσεις. Αρχίσαμε να λούζουμε τα μαλλιά μας με χαμομήλι και να τα στεγνώνουμε στον ήλιο για να ξανθύνουν. Όμορφη ίσον ξανθιά φυσικά, μας ξεκαθάριζε το Φαντάζιο. Φορούσαμε πράσινα μπλουζάκια για να φαίνονται τα μάτια μας περισσότερο πράσινα παρά καστανά. Εμείς βέβαια γαλανά τα προτιμούσαμε, αλλά τότε δεν είχαν βγει ακόμα οι χρωματιστοί φακοί επαφής και βολευόμασταν με τη μητέρα φύση. Κάναμε και την περίφημη δίαιτα ένα μήλο την ημέρα τα κιλά τα κάνει πέρα. Πράγματι τα έκανε. Μαζί έκανε πέρα και την υγεία μας φυσικά, αλλά ποιος υπολογίζει τέτοιες λεπτομέρειες όταν είναι δεκαεφτά χρόνων εξόριστος και φλέγεται να ζήσει;
Όταν περάσαμε στο πανεπιστήμιο, άλλαξαν τα πράγματα, άλλαξαν και τα μάτια μας. Είδαμε τις όμορφες να κυκλοφορούν υπερήφανα με τη Φεράρι του σιτεμένου εισαγωγέα και τις λυπηθήκαμε. Τις είδαμε να πανικοβάλλονται κάθε φορά που δεν συγκέντρωναν όλα τα βλέμματα και θορυβηθήκαμε. Τις είδαμε να γερνάνε έντρομες και τρομάξαμε. Η ομορφιά είναι δίκοπο μαχαίρι αποφασίσαμε. Είναι το δώρο που κάνει το χρόνο εχθρό σου. Εμείς δε θα τα βάλουμε με το χρόνο. Ποτέ δε θα γίνουμε αιχμάλωτες του καθρέφτη. Εμείς θα μπούμε μέσα απ'τον καθρέφτη, σαν την Αλίκη, και θα συναντήσουμε τη χώρα των δικών μας θαυμάτων. Με λίγα λόγια η ομορφιά δεν μπορεί να είναι η δική μας μαγική λέξη.
Ανακηρύξαμε λοιπόν εν μία νυκτί έκπτωτη βασίλισσα την ύπουλη ομορφιά και χρίσαμε διάδοχο, ποιόν άλλο, τον μάγο έρωτα. Καλά, πώς δεν το βλέπαμε μέχρι τώρα; Τι διαστέλλει τον χρόνο; Τι αγλαίζει την ασκήμια; Τι κάνει την ψυχή μας να βουτάει στο κενό και να τη βγάζει παραδόξως καθαρή; Τι μας σπρώχνει έξω από τη φυλακή του σπιτιού μας, του εαυτού μας, του μυαλού μας; Ο έρωτας είναι η ζωή.
Η μονοκρατορία του έρωτα κράτησε πολύ. Όλα τα άλλα -μαθήματα, φιλίες, γονείς, χρήματα, μελλοντικές καριέρες- περίμεναν στον πάγκο σαν αναπληρωματικοί παίχτες. Μόνο όσα είχαν σχέση με τη σχέση μας μετρούσαν. Τη φροντίζαμε, την ποτίζαμε, ξεριζώναμε τα ζιζάνια που την έπνιγαν, τη λιπαίναμε και περιμέναμε να καρπίσει τους πιο εξωτικούς καρπούς στον κόσμο. Περιμέναμε να γίνει κάτι σαν το μικρό τριαντάφυλλο του μικρού πρίγκιπα. Μόνο που έτσι όπως ήμασταν στοχοπροσηλωμένες, ξεχάσαμε πως το τριανάφυλλο έχει και αγκάθια. Ο έρωτας σκοτώνει, μας προειδοποιούσαν οι εφημερίδες. Ο πρίγκιπάς σας, αν δεν τον φιλάτε πια, μπορεί να γίνει και πάλι βάτραχος.
Στη σχολή μας έλεγαν ότι η γνώση είναι το διαβατήριό μας και να σταματήσουμε τις επιπολαιότητες πια. Πώς θα βγούμε στη ζωή χωρίς εφόδια; Εμείς βέβαια δεν ψάχναμε για εφόδια, ούτε για συστατικές επιστολές - όχι ακόμα. Ήμασταν σχεδόν εικοσιδύο χρονών και αγωνιούσαμε ακόμη για το "άνοιξε σουσάμι" μας. Μήπως όμως κάτι ήξεραν οι δάσκαλοί μας; Μήπως η γνώση ήταν η σωστή μαγική λέξη; Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο καρδιά, είναι και μυαλό. Τη γνώση κανείς δεν μπορεί να μας την κλέψει. Αρχίσαμε λοιπόν να φροντίζουμε το ελαφρώς παραμελημένο μυαλό μας. Περάσαμε τα μαθήματα με 10, πήραμε συστατικές επιστολές, αρχίσαμε διδακτορικές διατριβές. Μερικές από εμάς έφτασαν το πράγμα στα άκρα.
Αλλά ένα μικρό σαράκι ροκάνιζε ανεπαισθήτως τη βεβαιότητα του σκέφτομαι - άρα - υπάρχω. Την κατάλληλη στιγμή συναντηθήκαμε με τη Φράνυ, την αδελφή του Ζούη, το γένος Σάλιτζερ. Την πιο αγαπημένη, αν και βαρύτατα εκκεντρική, λογοτεχνική ηρωίδα. Αυτή που με το αλάνθαστο ενσωματωμένο της ραντάρ ξεχώριζε με τη μία τους σοφολογιότατους κάλπηδες συμφοιτητές της. Η Φράνυ μας το είπε καθαρά: Η γνώση είναι το ανάπηρο αδελφάκι της σοφίας. Αν δεν προσπαθήσουμε ν'ακουμπήσουμε το στρίφωμα έστω του φουστανιού της σοφίας, άδικα θα περάσουμε απ'αυτή τη γη.
Συμπέρασμα; Αλλάξαμε πορεία. Ό,τι έλεγε η Φράνυ εκείνη την εποχή ήταν νόμος. Συμπληρώσαμε ό,τι Ντοστογιέφσκι μας έλειπε, περάσαμε στον Τόμας Μαν, μοιραστήκαμε τη φρίκη του Μπέηκον, μπερδευτήκαμε προς στιγμήν με τον Φοκνερ. Η τέχνη θα μας σώσει, λέγαμε, και πράγματι γίναμε καλύτεροι άνθρωποι. Αλλά σοφές δεν γίναμε. Απλώς ανοίξαμε μια χαραμάδα στον χρόνο, προσγειωθήκαμε ξανά στο χολ μαζί με τον δεκατριάχρονο εαυτό μας και του μιλήσαμε σαν ίσος προς ίσο.
Δεν υπάρχουν τελικά μαγικά κλειδιά, του είπαμε. Η ζωή δεν είναι αλλού. Μην κλαις όμως, έχω και καλά νέα. Η ζωή είναι παντού. Έλα τώρα να κάτσουμε εδώ ήσυχα ήσυχα να βλέπουμε τι καλό θα μας βρέξει η κάθε μέρα.

Λένα Διβάνη - Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω

Ο παλιάτσος και η Άνιμα, Αποσπάσματα

Της Μάρως Βαμβουνάκη  

"Η γεύση της αγάπης είναι η γαλήνη, του έρωτα ο πανικός."

"Σ' αγαπώ σημαίνει να αναζητώ να γεμίσω τις δικές σου ανάγκες κι όχι να θέλω, χρησιμοποιώντας σε, να καλύψω τις δικές μου ανάγκες."

"Η αντίσταση χρειάζεται πολύ μεγάλο μόχθο και την οδύνη που απαιτούν πάντοτε οι εσωτερικές μεταμορφώσεις, οι αλλαγές που όταν είναι συνειδητές ονομάζονται μετάνοια. Είναι πιο βολικό να παραιτείσαι απ' το ν' αγωνίζεσαι. Κι ας είναι ο αγώνας ταυτόσημος με το ζω, αληθινά ζω. Αλλά "ζω" σημαίνει "πηγαίνω με τη ζωή", όχι κατασκευάζω ιδέες και σενάρια "περί ζωής" στα μέτρα μου."

"Γιατί ο πόνος είναι ζωοδότης, αφυπνιστικός και θαυματουργός, και μόνο ως απελπισία ακυρώνει την αξία του όπως και την αξία της ζωής του προσώπου που πάσχει. Γιατί ο άνθρωπος μέσα σε τούτον τον κόσμο της πτώσης και της φθοράς, μέσα στην ασχήμια και τη βλακεία που μεθοδικά επισημοποιείται, μέσα στων εγωισμών τα άγχη, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας τα κόμπλεξ, της σκληροκαρδίας το δηλητηριο, της απονιάς τις πληγές, δεν μπορεί παρά να υποφέρει, αν είναι άνθρωπος φυσιολογικός. Αντιθέτως, όταν οι πολλοί αμυντικοί μηχανισμοί χτίσουν πανοπλία μονωτική κατά της οδύνης και, κατά συνέπεια, κατά της ευαισθησίας, σκάβουν τάφρο κατά της ζωής και εκτρέφουν το νευρωσικό ανικανοποίητο της νεκροζώντανης προσωπικότητας."

"Όμως, δε μαθαίνουν παρά μονάχα όσοι είναι σε θέση να πονούν. Η οδύνη, η αποτυχία, η αμαρτία σε κάνουν καλό μαθητή. Μαθητής που μαθαίνει, και επειδή μαθαίνει μεταμορφώνεται. Για να καρπίσει τους σπόρους το μέσα χώμα σου πρέπει να σκαφτεί. Τίποτα δε σκάβει βαθύτερα, τίποτα δεν ξεριζώνει σαν ζιζάνια τις ψευδαισθήσεις, τίποτα δε σε κάνει δεκτικότερο όσο ο πόνος και η συντριβή. Πρέπει να έχεις απελπιστεί από τα δικά σου για να ακούσεις τον άλλον, για να γυρέψεις το δάσκαλο. Πρέπει να έχεις απελπιστεί για να γυρέψεις την ελπίδα. Πρέπει να έχεις φτάσει στην απόγνωση για να γυρέψεις τη γνώση."

"Εγωιστής είναι τελικά ένας δειλός, τόσο δειλός που δεν μπορεί να κάνει τίποτα ουσιαστικό, ούτε να αγαπάει τον εαυτό του. Και εγωιστής δεν είναι εκείνος που αγαπάει τον εαυτό του, όπως επιπόλαια νομίζουμε. Εγωιστής είναι εκείνος που δεν αγαπάει τον εαυτό του. Που γι' αυτό ακριβώς προσπαθεί να πείσει τους άλλους πως αξίζει, πως είναι σπουδαίος. Επειδή δεν το πιστεύει ο ίδιος. Αγωνίζεται με κάθε τρόπο να επιβάλει τούτη την καλή μαρτυρία, ώστε η μαρτυρία να επιστρέψει στον ίδιο και να γλιτώσει από την αυτοαμφισβήτηση. Γι' αυτό άλλωστε ο εγωισμός ενέχει βία. Γιατί κουβαλάει αγωνία΄ανάγκη και τρόμο πτώσης στο εσώτερο κενό." 

"Θέλω να μιλήσω για μια μερίδα χαρακτήρων, που δεν οδηγούνται σε επιλογή ακατάλληλου συντρόφου από τις παραπάνω αιτίες, από ναρκωτικό ενθουσιασμό δηλαδή, από τη βιασύνη του επιτακτικού πόθου, από νεανική αστοχία. Υπάρχουν περιπτώσεις, πολλές, που κάποιοι κανονικά επιλέγουν, προτιμούν, να δεθούν με ακατάλληλο ταίρι. Συνειδητά και περισσότερο μισοσυνειδητά, ρέπουν να διαλέξουν ένα πρόσωπο ακίνδυνο για την ψυχή τους. Πρόσωπο ασφαλές για την ισορροπία τους, για τις αντοχές τους. Επιδιώκουν να συγκρατήσουν τα συναισθήματά τους σε όριο ελεγχόμενο, σε βαθμό ζέσης υποφερτό. Δεν αντέχουν τον μεγάλο πόνο, την αιμόφυρτη ρωγμή, την απώλεια του αυτοελέγχου, το άγχος της αβεβαιότητας, το να κρατάει άλλος στα χέρια του τη ζωή και το θάνατό σου, το άλμα στο κενό και στο καινό. Όλα εκείνα δηλαδή που υπόσχεται και απειλεί η μεγάλη αγάπη....Φτιάχνουν λοιπόν ερωτική σχέση και γάμο με άνθρωπο που δε συνταράσσει, ώστε να μη διαταράσσει το γάμο τους. Το προτιμούν. Ώστε να μπορούν και να χωρίσουν εύκολα. Ώστε να μπορούν να φύγουν. Για να μην πονέσουν φριχτά αν εγκαταλειφθούν, για να ξεχάσουν κατόπιν εύκολα, και, πιο πολύ, για να είναι σε θέση γρήγορα να αναπληρώσουν. Ζητούν ταίρι αναλώσιμο΄ο αναντικατάστατος άλλος τους πέφτει θανάσιμα βαρύς. Ο γνήσιος έρωτας είναι - θες δε θες - πιστός...
Όχι, δε θέλουν να συναντήσουν το πρόσωπο του γνήσιου, του μεγάλου έρωτά τους. Το πρόσωπο που θα τους συγκλονίσει. Δεν έχουν τα κότσια για τόσο κίνδυνο, για τόση οδύνη. Και να το συναντήσουν, θα κάνουν πως δεν το κατάλαβαν. Και να το κατάλαβαν, θα προσπαθήσουν να το υποτιμήσουν. Θα το στολίσουν με ελαττώματα για να το αποφύγουν. Για να δικαιολογηθούν που δεν τολμούν. Ίσως και να μην πιστεύουν πως το αξίζουν. Έχουν πολύ ψυχικό και πνευματικό μόχθο όλα τούτα...
Είναι απίστευτο, αλλά οι περισσότεροι έτσι περίπου ζούμε τις ζωές μας. Δε ζούμε. Προσπαθούμε μόνο να μην πεθάνουμε..."



Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Διαθήκη




















Η ζωή είναι μέσα σ'ένα σπασμένο ποτήρι.
Κόβεσαι πίνοντας πριν το δεις..
Πιες όσο θέλεις, αλλά έχε το νου σου.
Ασε τον δρόμο και χάσου στα στενά..
Η απόσταση σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι
τα πράγματα πανοραμικά. Γέμισε, αν θες,
τους νικοτινικούς υποδοχείς του εγκεφάλου, μα συνέχισε
να με κοιτάς στα μάτια. Περιπλανήσου.. χωρίς φόβο,
ως εκεί που φτάνει η καρδιά σου. Αφέσου στη θάλασσα της
νύχτας, να'ναι κάθε αυγή μια νέα ακτή..
Καμιά στροφή δεν είναι λάθος. Δες όσους κόσμους μπορείς.
Μην αναλωθείς ψάχνοντας την αγάπη. Είναι συνυφασμένη
με την αλήθεια, κι αν είναι, θα σε βρει αυτή. Επένδυσε
στον έρωτα και σε κάθε είδους μέθη. Κλάψε, γέλα, πόνεσε
και αγαλίασε, ανανεώνοντας συνεχώς τη θηλυκή σου υπόσταση.
Αγγιξε τη φωτιά και κράτα τη γεύση της ζωντανή μέσα σου,
για να μπορέσεις ν'ανακαλύψεις εξόδους όταν όλα γίνουν
μπουρλώτο. Λιώσε, πριν μορφοποιηθείς..
Τίποτα δε σου ανήκει, μόνο το ταξίδι.
Να έχεις δυνατή φωνή. Μην ακούς κανέναν, ούτε εμένα.
Μόνο τον άνεμο της καρδιάς σου.
Μη σκέφτεσαι. Νοιώσε..
Μην αφήσεις ποτέ τίποτα να γίνει πιο δυνατό από την
επιθυμία σου. Προσπάθησε σπάνια ν'αφήνεις το επείγον
να προηγείται του σημαντικού.
Οσο κι αν αγαπηθείς, μη ξεχάσεις πως νόημα θα βρεις
μόνο σ'ότι αγαπάς εσύ, κι όχι σ'ότι σ'αγαπά.
Η ζωή είναι γλυκιά, όμως μη την αφήσεις να σε λιγώσει
αποστρεφόμενος τις πικρίες της.
Ο κόσμος είναι όμορφος, τόσο όσο φροντίζεις να τον
ομορφαίνεις με την παρουσία σου.
Μην αγωνιάς για τίποτα. Ο,τι σου πρέπει, θα σε βρει
στην επόμενη γωνία. Μη βιάζεσαι. Μάθε να απολαμβάνεις
και τους χυμούς της προσμονής. Μην περιμένεις να σε
κάνει ευτυχισμένο κανείς, αν δε μπορείς να το κάνεις
εσύ για τον εαυτό σου.
Ο μόνος τρόπος να χαρίσεις γαλήνη στην καρδιά σου,
είναι να μάθεις στην αυτάρκεια της δικής σου μετέωρης
πραγματικότητας, χωρίς αυταπάτες εξασφάλισης και
αποδοχής από τους άλλους, επενδύοντας στην ιδιαίτερη
σχέση αγάπης μεταξύ του εαυτού σου και της αρμονίας
του σύμπαντος.
Ολα τα χρησιμοποιείς και σε χρησιμοποιούν.
Να είσαι χρηστικός και να φθείρεσαι, όπως ορίζει
η φύση σου. Να είσαι δοτικός. Κανείς δε μπορεί να
σου πάρει τίποτα, μόνο τη γεύση σου. Οσο περισσότερο
δίνεσαι, τόσο υπάρχεις. Οσο αφήνεσαι, τόσο μεγαλώνεις.
Ολα είναι μικρά και περαστικά. Μόνο ένα είναι μεγάλο.
Το νόημα τους..
Λιώσε, πριν μορφοποιηθείς. Τίποτα δε σου ανήκει.
Μόνο το ταξίδι..
Μάθε να επηρεάζεσαι όσο το δυνατόν λιγότερο απ'όσα
διαβάζεις κι ακούς, αλλά διδάξου απ΄τις δικές σου
εμπειρίες κι άσε τον γνησιότερο εαυτό σου
να ξετυλίγεται μπροστά σου. Ολα είναι εσύ.
Οσο περισσότερο σε μαθαίνεις, τόσο περισσότερο
ζεις πραγματικά. Τιποτα δεν τελειώνει εδώ.
Μη σε απασχολεί το αν θα πεθάνεις και πότε.
Κάθε νέα ημέρα που ξεκινάει είναι νέο δώρο,
σ'όποια ηλικία κι αν βρίσκεσαι.
Αν αποφασίσεις να μείνεις, μείνε μ'εκείνη που
θα κάνει την καρδιά σου να τραγουδάει. Που θα
ευθυγραμμίζεται μ'αυτό που είσαι.
Μείνε, όχι μ'εκείνη που θα σ'αφήνει να ταξιδεύεις,
αλλά μ'αυτή της οποίας το ταξίδι θα συνηγορεί με
το δικό σου..
Κάνε παιδιά. Ομως έχε στον νου σου. Πρωταγωνιστής
της δικής σου ζωής είσαι εσύ, όχι το παιδί σου.
Φτιάχνε πράγματα που χαλάνε. Νοιώσε το μεγαλείο της
δημιουργίας. Χρωμάτισε τον κόσμο γύρω σου όπως αγαπάς.
Εξελίξου, μα μην αλλάξεις ποτέ. Μείνε παιδί και
γέλα τη ζωή. Ο κόσμος είναι ένα κωμικό σενάριο.
Παίξε τους ρόλους σου με ανοιχτή καρδιά.
Καλή σχέση, οφείλεις να έχεις μόνο με τον εαυτό σου.
Συμπάθα τους ανθρώπους. Δεν είχαν όλοι έναν
τέτοιο πατέρα .... Λιώσε, πριν μορφοποιηθείς.
Τίποτα δε μας ανήκει. Μόνο το ταξίδι ...

Από περίπατο στο διαδίκτυο, Αγνώστου συγγραφέα

Ο Αντίπαλος Εραστής


Μένει ξάγρυπνη όλη νύχτα, πιεσμένη από μια μοναξιά ασφυκτική. Τη μοναξιά του ανθρώπου που ο άλλος δίπλα του μόνο περίγραμμα παρουσίας του προσφέρει, περίγραμμα παρουσίας με περιεχόμενο απουσίας. Τα μάτια της γίνονται βελόνες στο σκοτάδι, το τρυπούν χωρίς να το φωτίζουν πουθενά. Οι τρύπες στο σκοτάδι, πάλι σε σκοτάδι βγάζουν.

Νιώθει να τον μισεί που την αφήνει έτσι. Πάλι σε φυλακή μοναξιάς την αφήνει, πιο μόνη κι απ'; οταν ήταν μακριά του την αφήνει γιατί εδώ, κοντά του, δεν έχει να ελπίζει πως θα έρθει. Ήρθε και λείπει, η πνοή του είναι πνοή ύπνου, το σώμα του κενό, ολόκληρη μεταμορφώθηκε σε μια επίκληση χωρίς ανταπόκριση. Επιστρέφει πάνω της η επίκλησή της, πέφτει στο κορμί της σα κτήνος και τη βιάζει.

Η αγάπη είναι και παγωμένη. Κρύα σα νερό στη σάρκα το χειμώνα, κρύα σα δρόμος αδιέξοδος. Τον μισεί που την απογοητεύει. Μόλις πάει να γοητευτεί την απογοητεύει, αθελά του, ανυποψίαστα, χαζά κι αυτό χειροτερεύει τα πράγματα, τα απελπίζει.
Τον μισεί που τον έχει ανάγκη, που τον περιμένει, που σπάνια έρχεται. Τον μισεί που τη βγάζει μεσοπέλαγα και την εγκαταλείπει. Στέκει μόνη και κρυώνει ανάμεσα σε φωτιές, αισθάνεται μια αηδία πολέμου.

Ο εραστής είναι ο αντίπαλος. Οι επιχειρήσεις του έρωτα συνεχώς αποδεικνύονται αποτυχημένες. Ο άλλος δεν κατακτιέται τελικά, γιατί ο άλλος δε γνωρίζεται. Ο εραστής είναι ένας ξένος που κρύβεται, ένας κατάσκοπος που μεταμφιέζεται, ένας εχθρός που ψηλώνει σε σκιές σούρουπου.

Παίζουν τυφλόμυγα, ψάχνει ο ένας τον άλλο με δεμένα μάτια, μ'; απλωμένα χέρια, χάνονται στο λαβύρινθο. Κι ο λαβύρινθος του έρωτα είναι ο χειρότερος, είναι απλωμένος πάνω στην έρημο, χωρίς καν βοηθητικούς τοίχους.
Μάρω Βαμβουνάκη

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΔΕΥΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική.

O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ' αυτά που δεν έχεις αλλά απ' αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις. Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο.

Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ' την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται.

Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι' αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει.

Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας.
                                                                                                                                 Μάρω Βαμβουνάκη

Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης




Κάτω από σκόνη και το χώμα που πατάμε, κάτω από τα λαγούμια του τυφλοπόντικα, κάτω από τις πέτρες και τις βαθιές ρίζες των δέντρων, κάτω από τις θαμμένες αρχαίες πολιτείες, πολύ κάτω χαμηλά… πιο κάτω κι από τις υπόγειες σπηλιές με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα βουβά ποτάμια και τους μεγάλους υγρούς βράχους, εκεί κάτω και πιο κάτω, υπάρχει ένα δέντρο.
Ένα πολύ περίεργο δέντρο…
Είναι τεράστιο, πελώριο, γιγαντιαίο. Αν σε ρωτούσα ποιο είναι το πιο ψηλό βουνό που έχεις δει -όχι που ξέρεις…που έχεις δει- Ε, λοιπόν φαντάσου πως είναι τόσο ψηλό και άλλες δέκα φορές κι ακόμα δέκα. Είναι τόσο ψηλό που άμα σταθείς από κάτω του και κοιτάξεις πάνω θα δεις μονάχα σύννεφα υδρατμών και όχι τα κλαδιά του…
Επίσης ο κορμός του είναι τόσο φαρδύς που όταν στέκεσαι κοντά του δεν κυκλώνει, αλλά ένα ξύλινο τοίχος ορθώνεται από την μία μεριά ως την άλλη. Χίλια άτομα να πιαστούν χέρι χέρι δεν θα μπορέσουν να τον αγκαλιάσουν.
Και τα φύλλα του; Αχ τα φύλλα του είναι πραγματικά πανέμορφα. Είναι χρυσαφί και βελούδινα και έχουν στην επιφάνεια τους μικροσκοπικά αυλάκια που σχηματίζουν σχέδια μοναδικά, αυλάκια που εγκλωβίζουν τη σκόνη και στη συνέχεια την αποβάλουν. Γιατί υπάρχει πολύ σκόνη εκεί κάτω.
Το πιο θαυμαστό σε αυτά τα φύλλα όμως είναι πως λαμπιρίζουνε. Όχι γιατί αντανακλούν το φως. Όχι, όχι… Λαμπιρίζουνε γιατί παράγουν δικό τους φως. Ένα αχνό, απαλό, ξεκούραστο φως που πολλαπλασιάζεται από το αμέτρητο πλήθος τους και γίνεται τόσο δυνατό που φωτίζει όλη την κάτω περιοχή εκεί.
Αυτό το φως φτάνει και ως εδώ επάνω που ζούμε εμείς και που αναπνέουμε το οξυγόνο των δικό μας πράσινων φύλλων. Ενώνεται με του ήλιου και γίνονται ένα.
Μονάχα που το χειμώνα και ειδικότερα όσο πλησιάζουμε τα Χριστούγεννα, το φως των φύλλων του δέντρου μας μειώνεται και εξασθενεί. Εξασθενεί, γιατί δεν βρίσκεται μόνο του εκεί κάτω. Μαζί του, σε όλη την περιοχή -που πιστέψτε με είναι πάρα πολύ μεγάλη- ζούνε χιλιάδες μα χιλιάδες καλικάτζαροι.
Καλικάτζαροι ψηλοί, κοντοί, μεγαλόσωμοι, μικροσκοπικοί, πράσινοι, καφέ, κίτρινοι, μαύροι, με αυτιά μακριά και μεγάλες μύτες, με μαλλιά σκληρά σαν σίδερο και τρίχες σε όλο τους το κορμί. Με καλαμένια δάχτυλα και νύχια γαμψά ή με κοντά δάχτυλα σαν φελλούς, με σπυριά γεμάτα πύον και δόντια μαύρα. Ζούνε εκεί και γυροφέρνουν και σουλατσάρουν και γκιζεράνε με έναν και μόνο σκοπό. Να καταστρέψουν αυτό το δέντρο.
Θέλουν να το καταστρέψουν πρώτον γιατί μισούνε το φως του. Τα μάτια τους είναι μεγάλα και υγρά και με το φως πονάνε και δεν μπορούν να δούνε. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί τα κλαριά του δέντρου αυτού συγκρατούν το ταβάνι της κάτω πλάσης. Έτσι ο δικός μας κόσμος εδώ πάνω δεν βουλιάζει στα έγκατα της γης χάρις στο στήριγμα των κλαριών αυτών.
Οι καλικάτζαροι όμως μισούνε και τον κόσμο μας. Μισούνε εμάς, μισούνε τη θάλασσα, τον ουρανό μας με τα αστέρια, μισούνε τον αέρα και τη βροχή, τα καταπράσινα λιβάδια μας, τα δάση και τα ποτάμια μας, τα σπίτια με τις αυλές και τα λουλούδια και τις μέλισσες με το μέλι και τις αρκούδες και όλα τα ζώα. Μισούνε ακόμα και τα δρομάκια στο τέρμα του χωριού και τα στενά σοκάκια στις πόλεις. Μισούνε ότι μα ότι μας περιβάλει.
Οπότε, παίρνουν τα πριόνια τους, τα τσεκούρια τους και ότι άλλο κοφτερό έχουν, ακόμα και τα δόντια τους και τα νύχια τους και κόβουν τον κορμό του δέντρου. Κόβουν και πριονίζουν και πελεκάνε με σκοπό να τον ρίξουν κάτω για να καταφέρουν την μεγαλύτερη σκανταλιά από ποτέ. Γιατί οι σκανδαλιές είναι από τα λίγα πράγματα που αγαπάνε μαζί με την νύχτα και τα σκοτάδια…
Αλλά αυτή τους η αγάπη είναι που μας σώζει μέχρι τώρα και δεν βουλιάζουμε… Αφού κάθε Χριστούγεννα, στο τέλος του χρόνου δηλαδή, που η μέρα μικραίνει και η νύχτα μεγαλώνει μιας και το φως του δέντρου όπως είπαμε λιγοστεύει, οι καλικάτζαροι μπορούν και διακρίνουν την δική μας νύχτα. Μία νύχτα σε έναν άλλο κόσμο γεμάτο μισητούς ανθρώπους έτοιμους να πέσουν στις σκανδαλιές τους. Έτσι μέσα από τρύπες και λαγούμια κρυφά, που δεν τα ξέρουμε εμείς, παρατάνε τον κόσμο τους και την σχεδόν τελειωμένη δουλειά τους και ανεβαίνουν όλοι μα όλοι εδώ πάνω.
Τότε γίνεται κάτι σωτήριο. Όσο βρίσκονται μακριά από το σπίτι τους, το δέντρο που στηρίζει την οροφή του δικού τους και το πάτωμα το δικό μας, αρχίζει και θρέφει. Έτσι τα φύλλα του δυναμώνουν και φωτίζουν περισσότερο και η μέρα μεγαλώνει ξανά διώχνοντας του καλικάτζαρους από τα μέρη μας. Επιστρέφοντας λοιπόν κάτω σπίτι τους με κοιλιές στρογγυλές και φουσκωτές από τα πολλά γλυκά που μας έχουν κλέψει και έχουν φάει, αντικρίζουν έναν κορμό γερό και στητό σαν να μην είχε πειραχτεί ποτέ του στο παρελθόν.
Τότε πιάνουν πάλι τα τσεκούρια και τα πριόνια και ξανά από την αρχή για έναν ακόμη χρόνο, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα που επαναλαμβάνεται το ίδιο. Και ξανά πάλι τα ίδια και κάθε χρόνο τα ίδια… Ευτυχώς δηλαδή γιατί αν δεν γινόταν αυτό μπορεί να βρισκόμασταν και εμείς εκεί κάτω μαζί τους και να είχαμε τώρα πράσινο χρώμα, καρφιά για μαλλιά και μάτια μεγάλα και υγρά ζώντας μέσα στα σκοτάδια.


Μια φορά όμως, πλησίασαν τόσο κοντά στον στόχο τους που λίγο έλειψε να τον ολοκληρώσουν. Ήταν τότε που ο κλειδοκράτορας των κόσμων παραξενεμένος έριξε μια γρήγορη ματιά προς τα εδώ και εσύ ένιωσες πως βρίσκεσαι ξαφνικά εγκλωβισμένος, τότε που το χέρι του μετρητή του χρόνου δεν χτύπησε το τύμπανο του και εσένα σου κόπηκε στιγμιαία η ανάσα, τότε που οι μοίρες έστρεψαν και οι τρεις μαζί το βλέμμα τους δυτικά και προστέθηκε σε εσένα ένα ελάχιστο κομμάτι ζωής αλλάζοντας ξαφνικά ολόκληρη την τύχη και το ριζικό σου.
Για όλα αυτά ευθύνεται ένας καλικάτζαρος. Ένας νεαρός καλικάτζαρος.
Γεννήθηκε όπως όλοι οι καλικάτζαροι. Σε μια λασπωμένη γούρνα. Είχε τα φόντα να γίνει μεγάλος και τρανός, ομαδάρχης ή και αρχηγός… ακόμα και πρώτος τσεκουροπελεκητής της φυλής του.
Ο μπαμπάς του ήταν ένας πράσινος καλικάτζαρος με τρίχες στα μάγουλα, πόδια χοντροκομμένα και χέρια φαρδιά σαν φτυάρια που όταν κρατούσε τσεκούρι στα χέρια του πελεκούσε τον κορμό τόσο γρήγορα λες και ήταν τρυποκάρυδος και τα κομμάτια ξύλου που έκοβε ήταν ίσα με το άνοιγμα των χεριών του. Τον λέγανε Αγκτρζγκρ αλλά τον φωνάζανε και Αγκτρζγκρτσέκουρο επειδή πελεκούσε με τσεκούρι.
Η μαμά του ήταν μία μαύρη καλικάτζαρος που καμπούριαζε τόσο που έφτανε σχεδόν το κεφάλι της στα γόνατα. Είχε αραιό κοντό μαλλί που έμοιαζε με ιστό αράχνης και δόντια μυτερά και κοφτερά. Δάγκωνε καθημερινά το δέντρο, φτύνοντας τα κομμάτια δεξιά και αριστερά. Μονάχα πριν γεννήσει είχε σταματήσει τις δαγκωματιές και είχε βρει μια ωραία άνετη λασπωμένη γούρνα για να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Την λέγανε Γκρτζερτ και την φωνάζανε Γκρτζερτδοντού από τα κοφτερά της δόντια.
Ο μικρός μας καλικατζαράκος όταν γεννήθηκε ήταν σκουροπράσινος, είχε κοντές σιδερένιες τρίχες στο κεφάλι του σαν πινέζες και χέρια ίδια με του πατέρα του. Είχε ακόμα και το δεξί του αυτί σάπιο που είναι πολύ σπάνιο να γεννηθεί καλικάτζαρος με σάπιο κομμάτι στο σώμα του. Οι περισσότεροι σαπίζουν αφού γεννηθούν και ενηλικιωθούν. Είχε και μία μύτη πολύ μικρή με μικροσκοπικά ρουθούνια που δυστυχώς ήταν αυτή η αιτία που χάλασε όλη την πορεία.
Την στιγμή της γέννησης λοιπόν που γονείς, λοιποί συγγενείς και φίλοι είχαν μαζευτεί γύρω από την γούρνα και τον κοιτούσαν όλο στοργή θαυμάζοντας το σαπισμένο του αυτί, περίμεναν να ουρλιάξει την πρώτη του κραυγή για να του δοθεί το όνομα του. Γιατί έτσι παίρνουν οι καλικάτζαροι τα ονόματα τους. Σύμφωνα με το τι θα πρωτοφωνάξουν, πρωτοουρλιάξουν ή πρωτοπούν.
Ο καλικατζαράκος μας αργούσε ανησυχητικά να φωνάξει κάτι μιας και δυσκολευόταν να ανοίξει τα μεγάλα του μάτια, για να υγρανθούν και αυτά όπως όλων τον όμοιων του. Κάποια στιγμή όμως άνοιξε το στόμα του για να βγάλει την πρώτη του κραυγή αντιδρώντας στην δυσκολία του αυτή. Μια σκονίτσα όμως πήγε και κάθισε στην μύτη του και του έκλεισε το ένα ρουθούνι. Οπότε αντί να πει κάτι σαν Αρτζγκρτ ή Αντκτζρτπρ ή Αζτρτγκρτγκ του ήρθε να φτερνιστεί και ο ήχος που έβγαλε ήταν ένα «αφούφρ». Και ειδού το όνομα του. Αφούφρ!
Βέβαια, σε εμάς ακούγεται ένα πολύ ωραίο όνομα… Αλλά μόνο σε εμάς. Στους καλικάτζαρους ακούγεται φρικτό και απαίσιο και ακόμα χειρότερα. Γιατί το όνομα στους καλικάτζαρους είναι ιερό και καθορίζει την αξία του. Εν ολίγοις… Όλες οι ελπίδες που είχαν οι γονείς του Αφούφρ για μία τρανή σταδιοδρομία, δόξα και τιμές χαθήκαν με το άκουσμα ενός φτερνίσματος.


Ο Αφούφρ μεγάλωνε σαν κοινός πλέον καλικάτζαρος και μάλιστα από τους πιο αδιάφορους. Ήταν ένας από αυτούς που γέμιζαν με πριονίδι τα τσουβάλια και σκούπιζαν τον περίβολο του δέντρου. Καμιά φορά τον άφηναν να γυαλίζει τις λάμες από τα τσεκούρια και τα πριόνια άλλων καλικατζάρων, αφού στον ίδιο δεν είχαν δώσει. Μονάχα υποσχέσεις είχε πάρει πως όταν σκουπίσει και φτυαρίσει αρκετούς τόνους πριονίδι θα έπαιρνε τσεκούρι ή πριόνι. Και ο καημένος ο Αφούφρ, κάθε φορά που του επαναλάμβαναν την υπόσχεση, σκούπιζε και φτυάριζε με περισσότερο ζήλο.
Πότε πότε όμως έριχνε κλεφτές ματιές σε πρωτοτσεκουράδες και αρχιπριονάδες καλικάτζαρους. Φανταζόταν πως και αυτός μπορεί να φτάσει σε τέτοιο σημείο. Δηλαδή να πελεκάει και να πριονίζει το δέντρο με θέληση και σβελτάδα. Μάλιστα κάποιες φορές έπιανε το κοντάρι της σκούπας ή του φτυαριού του και το μετέτρεπε με την φαντασία του πότε σε πριόνι και πότε σε τσεκούρι πελεκώντας και πριονίζοντας τον αέρα.
Έπιανε τον εαυτό του να φαντάζεται τα θρυλικά τσεκούρια των προγόνων του και στα όνειρα του είχε γινόταν ο καλύτερος τσεκουροπελεκητής όλων των εποχών. Καθώς σκούπιζε σιγοψιθύριζε ασυναίσθητα τραγούδια ξυλοκόπων και σχημάτιζε με τα χείλια του τους ήχους που κάνει το ξύλο καθώς σκίζεται. «Κρακ» και «Σκρουτ» και «Χιρστ».


Οι μήνες περνούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ο Αφούφρ μεγάλωνε και δυνάμωνε. Κατά τον Χειμώνα -είχε γεννηθεί αρχές του έτους- ήταν λιγότερο του ενός χρονών, αλλά να ξέρετε πως οι καλικάτζαροι ναι μεν ζουν πολλά χρόνια αλλά ενηλικιώνονται πολύ γρήγορα. Έτσι στους δέκα μήνες ήταν ένας κανονικός καλικάτζαρος.
Όλοι τώρα συζητούσαν για τα Χριστούγεννα. Είχε ακούσει για αυτά αλλά δεν τα είχε ζήσει ποτέ του. Γνώριζε μονάχα πως σήμαιναν σκανταλιές, βόλτες, ξεγνοιασιά, διακοπές, γλυκά και πολλά άλλα καλά. Δεν τον ένοιαζε όμως. Αυτός μονάχα το ξυλοκόπημα και το πριόνισμα σκεφτόταν και τίποτε άλλο.
Έβλεπε το δέντρο να πετσοκόβεται και η περίμετρος του κορμού του να μειώνεται μέρα με τη μέρα. Τα φύλα του είχαν χάσει κατά πολύ την λάμψη τους και κάποια από αυτά είχαν ξεκινήσει να πέφτουν δημιουργώντας καφετί στρώματα στις επιφάνειες των γκρίζων βράχων. Ώσπου μια μέρα έφτασαν τα Χριστούγεννα.
Στην αρχή ο Αφούφρ δεν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Διέκρινε μία ανησυχία στους τριγύρω του και μία ταραχή, αλλά πίστευε πως είχε να κάνει με τις εργασίες. Αυτός το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν να σκουπίζει και να φτυαρίζει για να ανέβει βαθμίδα και να αποκτήσει το τσεκούρι του. Όπως του είχαν υποσχεθεί. Είχε καταλήξει πως ήθελε τσεκούρι και όχι πριόνι…
Όταν είδε όλους να τρέχουν προς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του δέντρου και να χώνονται σε τρύπες και σπηλιές για να φύγουν, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Σταμάτησε τότε έναν χοντρό καλικάτζαρο με κίτρινα σπυριά, φαλάκρα και κοντά πόδια, που προχωρούσε ξωπίσω όλων χωλαίνοντας για να ρωτήσει τι γινόταν. Απορημένος ο χοντρός καλικάτζαρος του είπε απλά πως είναι Χριστούγεννα, και ξεκίνησε να τρέχει -χωρίς να καταφέρνει και πολλά.
Ο Αφούφρ δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταζε τριγύρω του και έβλεπε πουθενά άλλους καλικάτζαρους. Μονάχα τον χοντρό καλικάτζαρο με τα κοντά πόδια διέκρινε κάποιους ακόμα πολύ μακριά που χανόταν στις τρύπες των πλαγιών. Είχε μείνει τελευταίος. Αυτός και η σκούπα του.
Κοιτούσε αποχαυνωμένος το κενό αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει ανεκμετάλλευτος. Ξαφνικά τα αυτιά του -που είχαν σαπίσει για τα καλά- άρχισαν να πιάνουν κάτι ήχους. Στην αρχή ήταν απλά αόριστοι ήχοι στο κενό. Σιγά σίγα όμως άρχισαν να ακούγονται διαφορετικά. Ακούγονταν γνωστοί. Τόσο γνωστοί που τον έκαναν να ξυπνήσει και να αναρωτηθεί.
Ήταν ήχοι από τον κορμό του δέντρου. Ήχοι που πρόδιδαν πως το δέντρο αργοπέθαινε.
Γύρισε και το αντίκρισε.
Έδειχνε ετοιμόρροπο. Ταλαντεύονταν δεξιά και αριστερά και τα τελευταία κομμάτια της καρδιάς του κορμού έτριζαν μαρτυρικά, προσπαθώντας να κρατήσουν τον τεράστιο όγκο των κλαδιών ψηλά στην θέση τους. Μέσα στην απόλυτη ησυχία οι συριστικοί ήχοι ταξίδευαν στον άδειο χώρο και η ηχώ τους μετέτρεπε το τοπίο σε χορωδία θλίψης.
Όμως ο Αφούφρ έλαμπε. Το δέντρο ήταν μπροστά του, ολομόναχο και τον περίμενε. Οι ήχοι πόνου που έβγαζε, στα αυτιά του ακούγονταν σαν κάλεσμα. Τον καλούσε για την μία και μοναδική ευκαιρία που επιτέλους του παρουσιάστηκε. Να πελεκήσει το δέντρο.
Δάκρυσε από χαρά. Έκανε βήματα μπροστά παραπατώντας από την συγκίνηση. Πέταξε την σκούπα και άνοιξε τα χέρια διάπλατα σαν να ήθελε πρώτα να αγκαλιάσει το δέντρο από αγάπη για αυτό που του πρόσφερε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και δεν έβλεπε που πατούσε. Κάτι στο έδαφος έκλεινε το δρόμο του και τον έκανε να σκοντάψει και να σωριαστεί φαρδύς πλατύς.
Γύρισε να δει τι ήταν. Σοκαρίστηκε. Μας πως ήταν δυνατόν η τύχη να του χαμογελάει τόσο; Όχι απλά να του χαμογελάει, αλλά να τον σηκώνει στους ώμους της. Ήταν ένα τσεκούρι. Ένα κανονικό τσεκούρι. Κοφτερό, στιβαρό που γυάλιζε και καθρέφτιζε στην λάμα του το χαμογελαστό και έκπληκτο πρόσωπο του Αφούφρ. Σίγουρα κάποιος βιαστικός καλικάτζαρος το είχε παρατήσει και είχε φύγει άρον άρον για τα Χριστούγεννα.
Το άρπαξε αμέσως. Το ψηλάφησε, το χάιδεψε, του ψιθύρισε λέξεις, το γύρισε σβούρες, το πέταξε ψηλά στον ουρανό ξαναπιάνοντας με ευκολία. Έσκισε τον αέρα με περίτεχνες κινήσεις. Το τσεκούρι ήταν προέκταση του σώματος του και ας μην το είχε πιάσει άλλη φορά ποτέ του.
Τότε όρμησε μπροστά κραδαίνοντας το σφιχτά και βγάζοντας από τα πνευμόνια του μία άναρχη κραυγή επίθεσης. Πλησίαζε και όλο και πλησίαζε τον κορμό του δέντρου ώσπου ελάχιστα μέτρα πριν τον φτάσει έκανε ένα μεγάλο άλμα προς τα πάνω του. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει πολύ αργά. Τα πρόσωπο του είχε τεντώσει, το στόμα είχε παγώσει στο σχήμα της κραυγής, τα μπράτσα του είχα φουσκώσει από την ενέργεια και η λάμα του τσεκουριού πλησίαζε τον κορμό. Ώσπου τον χτύπησε.
Το δέντρο έτριξε και ταλαντεύτηκε ακόμα δυνατότερα βγάζοντας έναν σπαρακτικό ήχο από τα εναπομείναντα σώθηκα του. Τα δάκρυα του φάνηκαν αμέσως. Μία χρυσοκαφετί βροχή από εκατομμύρια φύλλα που αφέθηκαν στο έλεος της βαρύτητας.
Πέθαινε. Πιθανόν ήθελε ένα τσεκούριασμα ακόμα. Μονάχα ένα. Ένα. Ο Αφούφρ θα έκοβε και θα έριχνε το δέντρο. Θα γινόταν θρύλος. Χαμογέλασε και κοίταξε ψηλά.
Μια φωνή τότε ακούστηκε.
«Αγκράατζτ!»
Ο Αφούφρ δεν έδωσε σημασία.
«Αγκράατζτ σε ευχαριστώ. Ε! Αγκράατζτ σε ευχαριστώ λέω».
Ο Αφούφρ γύρισε να κοιτάξει. Ήταν ένας καλικάτζαρος πολύ πολύ αδύνατος με μισόκλειστα μάτια γεμάτα τσίμπλες. Ήταν κάποιος από την φυλή των υπναράδων το δίχως άλλο.
«Αγκράατζτ δεν σε λένε; Σε άκουσα να το φωνάζεις όταν πελεκούσες το δέντρο».
Ο Αφούφρ τον κοίταζε ανέκφραστος. Ο άλλος καλικάτζαρος χασμουριόταν συνεχόμενα πολλές φορές. «Αγκράατζτ» σκέφτηκε ο Αφούφρ. Τι ωραίο όνομα. «Ναι Αγκράατζτ με λένε» είπε τελικά.
«Σε ευχαριστώ πολύ που με ξύπνησες γιατί αλλιώς θα έχανα όλο αυτό».
«Είναι εκπληκτικό, σχεδόν έχει τελειώσει» είπε ο Αφούφρ.
«Μα τι λες… Τώρα μόλις άρχισε. Δεν το μυρίζεις;».
«Είναι η κατάρρευση του αυτό που μυρίζει» είπε ο Αφούφρ.
«Τι είναι; Μα όχι… Για μύρισε καλύτερα…»
Ο Αφούφρ άνοιξε όσο μπορούσε να μικροσκοπικά ρουθούνια του και έριξε μια καλή ρουφηξιά.
Τι ήταν αυτό; Δεν το είχε ξαναμυρίσει… Δεν ήταν σίγουρα πριονίδι. Δεν ήταν σίγουρα το δέντρο ούτε τα ξερά του φύλλα και δεν ήταν ούτε η κατάρρευση του που τόσο ποιητικά είχε δηλώσει προηγουμένως. Τι ήταν όμως;
«Τι είναι;» ρώτησε.
«Είναι γλυκά, ζαβολιές, σκανταλιές, διακοπές, νύχτα, κρύο, βροχή και χιόνι. Είναι τα Χριστούγεννα. Σου αρέσουν τα Χριστούγεννα έτσι Αγκράατζτ;»
«Δεν έχω ζήσει άλλα Χριστούγεννα. Δεν ξέρω πως είναι. Αλλά μυρίζουν φανταστικά».
«Πάμε τότε πάνω πριν μας φάνε τα καλύτερα γλυκά οι υπόλοιποι».
«Μα αν κόψουμε το δέντρο δεν θα είναι μόνιμα Χριστούγεννα εδώ κάτω;»
«Τι μου λες; Πάνω είναι τα μυρίζω και τα μυρίζεις… Και οι άλλοι γλεντάνε εις βάρος μας. Πρέπει να φάμε και εμείς ένα κομματάκι. Βιάσου Αγκράατζτ».
Το ξανασκέφτηκε. Ήταν τώρα ο Αγκράατζτ και πάνω ήταν τα Χριστούγεννα. Έτρεξε ξωπίσω από τον μισοκοιμισμένο καλικάτζαρο και χώθηκε στην πρώτη ανοδική τρύπα που βρήκε.


Το δέντρο φυσικά έθρεψε. Αλλά ήταν τόσο κοντά, τόσα δα κοντά για να καταρρεύσει. Αλλά δεν κατέρρευσε και ούτε πρόκειται ποτέ. Γιατί είναι η μοίρα του καλικάτζαρου τέτοια να υποκύπτει στα εφήμερα, γιατί είναι η μοίρα του να παρασύρεται από το τώρα, γιατί πολύ απλά η λιχουδιά είναι το δόλωμα. Το πραγματικό φαί βρίσκεται αλλού.
Νοικοκυρές συνεχίστε να φτιάχνεται γλυκά τα Χριστούγεννα. Θα είμαστε για πάντα ασφαλείς.

 Ευάγγελος Ευθυμίου

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Απογευματινό τσάι





Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν' απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να πουν;

Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.

Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν, «αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που μας
χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!) Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου — μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!

«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων. Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε, στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο, είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή — με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε, μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ' έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

Κι η Τερέζα κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί «δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.

Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν — όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης που
άργησε οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή. Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ' ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.
                                                                Τ. Λειβαδίτης

Όλα σου τα ‘μαθα, μα ξέχασα μια λέξη



Αν είχαμε δυο ζωές, θα ζούσαμε την πρώτη ως πρόβα, σαν δοκιμή, για να μάθουμε να ζήσουμε όπως θα θέλαμε τη δεύτερη. Δυστυχώς δεν είναι έτσι. Η ζωή μας είναι μόνο μία και μάλιστα μικρής διάρκειας. Αυτό το θέατρο μπορούμε να το παίξουμε μόνο μια φορά. Χωρίς πρόβα, χωρίς δοκιμή. Γι’ αυτό, πρέπει να το παίξουμε όσο γίνεται καλύτερα και για μας τους ίδιους και για όσους αγαπάμε. Εμείς γράφουμε το σενάριο που μας αξίζει. Εμείς φτιάχνουμε τα σκηνικά που μας αρέσουν. Εμείς επιλέγουμε τους ηθοποιούς. Εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα οι θεατές. Στο τέλος εμείς θα το χειροκροτήσουμε ή δε θα το χειροκροτήσουμε.
   Αν αυτή η σκέψη είναι περίπου αλήθεια, – δεν πιστεύω πως υπάρχουν απόλυτες αλήθειες -  τότε οι επιλογές μας είναι που καθορίζουν το θέατρο της ζωής μας. Δεδομένων των περιορισμών και της τυχαιότητας, πιστεύω ότι το είναι μας είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Συνεπώς, η κατανόηση της ελευθερίας να επιλέγουμε είναι προϋπόθεση για να δημιουργήσουμε το πεπρωμένο μας και να μην αφήσουμε να μας το δημιουργήσουν οι άλλοι. Να ζήσουμε δηλαδή μια ζωή που, αν ήταν να την ξαναζήσουμε για δεύτερη φορά, θα θέλαμε να είναι η ίδια.
   Ο Ρήγας Φεραίος είχε πει ότι  «συλλογάται  καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα». Είχε δίκιο. Όμως, για να συλλογίζεται κανείς ελεύθερα, πρέπει να διαθέτει γνώση: αυτή είναι που προσδιορίζει κυρίως την ποσότητα, την ποιότητα των εναλλακτικών λύσεων που διαθέτουμε και την ορθότητα των επιλογών που κάνουμε. Άρα την ελευθερία μας. Όσο περισσότερη γνώση, τόσο περισσότερες εναλλακτικές επιλογές και τόσο πιο σωστή η αξιολόγησή μας γι’ αυτές. […] Αναμφισβήτητα, στον πολύπλοκο, χαοτικό και αβέβαιο κόσμο που ζούμε δε γνωρίζουμε εκ των προτέρων τα αποτελέσματα, το κόστος και τα οφέλη των επιλογών μας. Θεωρώ, ωστόσο,  προϋπόθεση για όλους μας, ώστε να ζήσουμε όσο μπορούμε καλύτερα τη ζωή μας, την αυτογνωσία, την κατανόηση του εαυτού μας, των αναγκών μας, των συναισθημάτων, των δυνατοτήτων και των αδυναμιών μας.
   Εκτός αυτού, στη ζωή έχουμε πολύ συχνά ν’ αντιμετωπίσουμε αντιφάσεις και διλήμματα. Έτσι, εξίσου αναγκαία προϋπόθεση θεωρώ την ύπαρξη μιας σταθεράς ή, καλύτερα, μια πυξίδας, για να πορευτούμε τη διαδρομή που εμείς θέλουμε: έναν πυρήνα διαχρονικών αξιών ικανών να καθοδηγούν τη σκέψη και τη συμπεριφορά, τις επιλογές και τις πράξεις μας. Αυτές οι αξίες μας πρέπει ναι είναι σαφείς. Αν υπάρχει σύγχυση ως προς αυτές, μόνο κατά τύχη δε θα μετανιώσουμε για τις επιλογές που κάνουμε. Οι αξίες, βεβαίως, είναι προσωπικό ζήτημα του καθενός μας. Όμως, αν θέλουμε να πορευτούμε και να ζήσουμε σε μια κοινωνία ανθρώπινη και πολιτισμένη, βασικές αξίες για όλους, πιστεύω, είναι η ελευθερία, ο αυτοσεβασμός και ο σεβασμός των δικαιωμάτων του άλλου […].
Πέραν όλων αυτών χρειαζόμαστε όνειρο και νόημα ζωής. Είναι αναγκαίο να έχουμε στόχους, εστίαση σ’ αυτούς, πειθαρχία και μέθοδο σκέψης και δράσης. Χρειαζόμαστε επιπλέον πρωτότυπη και δημιουργική σκέψη, σφαιρική αντίληψη, ικανότητα να βλέπουμε τα πράγματα από το μπαλκόνι, έξω από τα στερεότυπα. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε την εσωτερική μας φωνή και να γινόμαστε παρατηρητές του εαυτού μας, έχοντας αυτοπεποίθηση και τόλμη. [….]

Διασκευασμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Μπουραντά «Όλα σου τα ‘μαθα, μα ξέχασα μια λέξη».

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Συνθήματα γραμμένα σε τοίχους


"Διατηρείτε το πράσινο - κάντε έρωτα με βάτραχους" 

"Παρακαλώ μη ρίχνετε τα τσιγάρα σας στη λεκάνη. Βρέχονται και μετά ανάβουν δύσκολα." 

"Μην τα περιμένετε όλα από την αστυνομία. Χτυπηθείτε μόνοι σας." 

"Το Πάσχα φέτος ματαιώνεται. Βρέθηκε το πτώμα." 

"Υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο;" 

"Φυσικά και καπνίζω. Είναι πιο υγιεινό από το να αναπνέω." 

"Αν χρησιμοποιήσετε το σαπούνι, μετά πλύνετε καλά τα χέρια σας." 

"Είμαι Πόντιος ομοφυλόφιλος. Πηγαίνω με γυναίκες." 

"ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ, ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΕ ΤΩΡΑ!" 

"Αυτοί που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, εκνευρίζουν εμάς που τα ξέρουμε." 

"Προτιμώ ένα σκύλο από μια γυναίκα. Δεν μιλάει και έχει ήδη γούνα." 

"Η πραγματικότητα είναι μία ψευδαίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη οινοπνεύματος." 

"Ας κρατήσουμε την αιμομιξία στους κόλπους της οικογένειας." 

"Ευνούχοι ενωθείτε. Δεν έχετε τίποτα να χάσετε." 

"Αν η πορνογραφία μπορούσε να ικανοποιήσει τη σεξουαλική στέρηση, τότε θα δίναμε βιβλία μαγειρικής στους πεινασμένους." 

"Ο καπιταλισμός είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σοσιαλισμός είναι ακριβώς " 

"Αν τα λάθη διδάσκουν, τότε έχω μία καταπληκτική μόρφωση." 

"Ο κόσμος θα καταστραφεί αύριο. Πορεία διαμαρτυρίας την ερχόμενη Τρίτη." 

"Δεν είμαι προκατειλημμένος. Μισώ τους πάντες." 

"Καλά με τον Τιτανικό... Κανένα νέο από το παγόβουνο;" 

"Τα πάντα ήταν διαφορετικά πριν αλλάξουν όλα." 

"Ο ΚΙΝΓΚ ΚΟΝΓΚ ΠΕΘΑΝΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ" 

"Αν ο Θεός υπάρχει είναι δικό του πρόβλημα." 

"Λιοντάρια - Χριστιανοί 7-0" 

"Ο καρκίνος κόβει το τσιγάρο" 

"Η στειρότητα δεν είναι κληρονομική." 

"Θα γίνει χαμός, θα γίνει πανικός. Γένοβα παντού από 'δώ κι εμπρός" 

"Δεν θα σιωπήσουμε." 

"Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός ." 

"Παγκοσμιοποιείστε την αντίσταση." 

"Εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές ." 

"Πολιορκείστε τους 8 για να ελευθερωθούμε όλοι ." 

"Ο καφές , τα ποτά και τα τσιγάρα συντηρούν την μιζεροξεφτίλα σου ." 

"Κάτω από το πλακόστρωτο ,υπάρχει η παραλία . " 

"ΑΣ ΗΜΑΣΤΕ ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ . ΑΣ ΖΗΤΑΜΕ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ ." 

«Ένα γέλιο θα σας θάψει» 

«ΕΝΩ ΕΣΕΙΣ ΚΟΙΜΟΣΑΣΤΑΝ...!» 

«Ο εχθρός είναι ένας...η μοναξιά» 

«2004 ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΘΑ ΦΑΤΕ» 

«O πολιτισμός τους σβήνει άμα τους κοπεί το ρεύμα» 

«ΛΥΣΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ-ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΒΙΑ» 

«Ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός» 

«Ν.Α.Τ.Ο. ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΣΑΣ» 

«Έξω οι βάσεις από τα μαθήματα» 

«ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΣΤΕ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΣΤΕ» 

«Το Aιγαίο ανήκει στα ψάρια του» 

«ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ» 

«Kάτω τα κόμματα, ζήτω οι τελείες» 

«ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ, ΣΕΡΒΙΑ, ΑΛΒΑΝΙΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ» 

«Kάτω τα ζήτω, ζήτω τα κάτω» 

«ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ Η ΖΩΗ ΚΑΝΕΙ ΚΟΠΑΝΑ» 

«Tα πρόβατα απείργησαν και ζήτησαν καλύτερες συνθήκες σφαγής» 

«ΦΑΣΙΣΜΟΣ = ΠΟΛΕΜΟΣ» 

«Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος» 

«ΠΙΣΩ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ» 

«Aλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» 

«ΤΟ WEEKEND ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ ΕΝΟΣ ΠΕΝΘΗΜΕΡΟΥ ΒΙΑΣΜΟΥ» 

«Όταν κλείνει η TV αρχίζει η ζωή» 

«ΜΑΝΑ ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΚΟΣΚΩΤΑΣ» 

«O ρατσισμός, είναι ο πολιτισμός των ηλιθίων» 

«ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΤΗΣ ΟΝΕ» 

«Η δουλειά δεν είναι ντροπή, είναι βλακεία» 

«ΑΣΤΕΡΙΑ...ΣΑΣ ΕΡΧΟΜΑΙ!» 

«Λευτεριά στους φυλακισμένους τηλεθεατές» 

«ΜΕ ΠΟΙΑ ΘΑ ΒΓΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ; ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΗΞΗ 'Η ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ;» 

«Mε τ' αφεντικά είμαστε μια οικογένεια, γιατί μας γα... την μάνα» 

«ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ-ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ» 

«Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας» 

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ» 

«Mόνο τα ζώα πρέπει να φοράνε γούνες» 

«ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΤΕ 'Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΣΤΕ;» 

«Eις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι για την πάρτη σας»