: Απεικάσματα σκέψης: Ιανουαρίου 2014
Yπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο. Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα. Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη. Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο. 

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Το τέρας μέσα μας: Το πείραμα του Μίλγκραμ


Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας. Επρόκειτο -ουσιαστικά- για μια "φάρσα" που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή και απέδειξε ότι η εξουσίααντιτάχθηκε στις ισχυρότερες ηθικές αρχές και κέρδισε έναντι της ηθικής περισσότερες φορές από ότι έχασε.

Το 1961, ο είκοσι-εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Yale, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων [Το 1961 ξεκίνησε η δίκη του Γερμανού Ναζί Adolf Eichmann για εγκλήματα πολέμου]. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. [Ο Μίλγκραμ υποστήριξε πως τα εκατομμύρια συνεργών των γερμανικών αρχών ακολουθούσαν διαταγές, παρότι δεν συμφωνούσαν με τις πράξεις αυτές που εναντιώνονταν στα πιστεύω τους, επειδή είχαν εκπαιδευτεί με τη λογική της υπακοής και της πειθαρχίας. Το πείραμα επαναλήφθηκε πολλές φορές με παρόμοια αποτελέσματα σε διαφορετικές κοινωνίες, αν και με διαφορετικά ποσοστά υπακοής.]

Και το απέδειξε κάνοντας τη "φάρσα" του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη [Ο Μίλγκραμ για να βρει πειραματόζωα δημοσίευσε μια αγγελία, σύμφωνα με την οποία πλήρωνε 4 δολάρια την ώρα σε όποιον ήθελε να συμμετέχει]. Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του "μαθητευομένου" και ο άλλος του "δασκάλου". Ο έκπληκτος "μαθητευόμενος" δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων. Ο "δάσκαλος", από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: "15 volt, 30 volt, 50 volt κλπ." Το τελευταίο κουμπί έγραφε: "450 volt. Προσοχή! Κίνδυνος!" Πίσω από το "δάσκαλο" στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος.

(Περνάμε -γραμματικά- σε χρόνο ενεστώτα ώστε να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
"Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 volt. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό", λέει ο πειραματιστής και ο "δάσκαλος" αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο "δάσκαλος" λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο "μαθητευόμενος", ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο "δάσκαλος" γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο "δάσκαλος" υπακούει, 15 volt δεν είναι πολλά, αλλά ο "μαθητευόμενος" έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 volt. "Αφήστε με να φύγω", λέει ο "μαθητευόμενος" που δεν μπορεί να λυθεί. "Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα." Ο "δάσκαλος" κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα volt αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του "μαθητευόμενου", που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο "δάσκαλος" πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο "δάσκαλος" συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο "δάσκαλο":
"Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία."
Στα 345 volt ο "μαθητευόμενος" τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο "δάσκαλος", ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
"Μην ανησυχείτε", λέει εκείνος, "το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό."
"Μα είναι λιπόθυμος", λέει ο "δάσκαλος".
"Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό."

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια δημοσκόπηση ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό. Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα [υποστήριξαν πως μόνο το 3% των πειραματόζωων] με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές. Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των "δασκάλων" αρνήθηκαν ευθύς εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή.
Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 volt.
Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 volt!

Που έγκειται η φάρσα;

Ο "μαθητευόμενος" δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το ρόλο. Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο "δάσκαλος".

Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος "απλά ακολουθούσε τις διαταγές". [Από την πρώτη ομάδα των 40 "δασκάλων", το 65% έφτασε μέχρι το τελευταίο κουμπί των 450 volt, αν και όλοι τους κάποια στιγμή αμφισβήτησαν το πείραμα και ζήτησαν να φύγουν. Όλοι τους έδειξαν κατά τη διάρκεια του πειράματος πως είχαν αυξημένο στρες, ιδρώνοντας, τρέμοντας, δαγκώνοντας τα χείλη τους, βογκώντας, καρφώνοντας τα νύχια τους στο δέρμα, γελώντας νευρικά.]

Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: "Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό."

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.


Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.

Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του.

Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου. [Συνεχίζοντας το πείραμα με μικρές διαφοροποιήσεις, ο Μίλγκραμ συμπέρανε πως όταν βρισκόταν σε σωματική επαφή με τον "δάσκαλο", το ποσοστό υπακοής έπεφτε στο 30%, ενώ όταν έδινε τις διαταγές τηλεφωνικά, το ποσοστό υπακοής ήταν ακόμα χαμηλότερο, στο 21 %. Πολλοί συμμετέχοντες μάλιστα προσπάθησαν να εξαπατήσουν το Μίλγκραμ λέγοντας του πως συνέχιζαν το πείραμα, χωρίς να το κάνουν. Τα ποσοστά υπακοής δεν διέφεραν ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες, οι γυναίκες όμως παρουσίασαν αυξημένο στρες σε σχέση με τους άντρες.]

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις "μικρές" και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο "μαθητευόμενος" ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο "καλοί" όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

[Ο Μίλγκραμ, στο άρθρο του το 1974 "Oι Κίνδυνοι της Υπακοής", συνόψισε: οι ηθικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις της υπακοής έχουν τεράστια σημασία, δεν λένε όμως τίποτα για τη συμπεριφορά του ανθρώπου σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Κάναμε ένα απλό πείραμα για να δούμε πόσο πόνο θα μπορούσε να προκαλέσει ένας συνηθισμένος πολίτης σε ένα άλλο άτομο, μόνο και μόνο γιατί διατάχτηκε να το κάνει. Η εξουσία αντιτάχθηκε στις ισχυρότερες ηθικές αρχές και κέρδισε έναντι της ηθικής περισσότερες φορές από ότι έχασε.]

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: "Το κουτί της ψυχής", από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009).
===================================================================
Άρθρο που διάβασα στον γελωτοποιό και εμπλουτίστηκε με στοιχεία από το αντίστοιχο άρθρο της Εριέλλας Χρυσού -τα εντός πλαισίου [ ]- από την Διαδικτυακή Τηλεόραση Νέας Σμύρνης

Φωτογραφία δρόμου


Η φωτογραφία δρόμου, που έχει μια μακράν παράδοση στη φωτοδημοσιογραφία την ιστορία της φωτογραφίας και στους μεγάλους καλλιτέχνες, έχει γίνει πρόσφατα, η μάλλον εδώ και πολύ καιρό, ύποπτη και μάλιστα πρόσφατα έχει αποκτήσει και άλλα κουσούρια. Όπως αναφέρεται και στο TimesOnline, οι φωτογράφοι δρόμου αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία, πέρα από τις ανησυχίες της παιδοφιλίας και της τρομοκρατίας. Μια νέα εκστρατεία με αφίσες από τη μητροπολιτική αστυνομία του Λονδίνου ενθαρρύνει τους κατοίκους του να καλούν άμεσα από μια ειδική τηλ.γραμμή, που έγινε για αυτό το σκοπό, εάν παρατηρήσουν κάποιο φωτογράφο «ύποπτα» να τους σημαδεύει. Στην Ελλάδα δεν είναι και πολύ καλύτερα τα πράγματα, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, ο κόσμος δείχνει να ενοχλείτε εύκολα, φοβούμενος και με όλες αυτές τις εκπομπές τύπου «ζούγκλα» αλλά και την έκθεση του στο διαδίκτυο.
Είναι αυτό το μέλλον της φωτογραφίας δρόμου; Φαίνεται ειρωνικό το ότι η φωτογραφία δρόμου κατάντησε να είναι στόχος όταν οι αρχές έχουν ήδη μαγνητοσκόπηση όλους εμάς στους αερολιμένες, τις τράπεζες τις δημόσιες συγκοινωνίες και στις διασταυρώσεις των πόλεων. Τι είναι μια παραπάνω φωτογραφία δική τους, δική μου ή δική σας που διασχίζετε το δρόμο; Στην πραγματικότητα, μερικές από τις διασημότερες φωτογραφίες στην ιστορία λήφθηκαν από τους φωτογράφους δρόμου - Robert Frank, Henri Cartier-Bresson , Diane Arbus και όχι μόνον.
Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω άρθρο της Κατερίνας Οικονόμου στην Ελευθεροτυπία, τον περασμένο μήνα, για το πώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα και το αμόκ που έχει καταλάβει πολλούς περί προσωπικών δεδομένων…

Μην πυροβολείτε τον... φωτογράφο

Η κοπέλα έβαζε προσεκτικά κραγιόν, αξιοποιώντας την αντανάκλαση του ειδώλου της πάνω στη βιτρίνα ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου, στο κέντρο της Αθήνας. Απορροφημένη από την προσπάθεια να πετύχει το περίγραμμα, δεν πήρε είδηση τον άνδρα που τη στόχευε με τον φακό της φωτογραφικής μηχανής του. Παρακολουθούσα τη σκηνή με τη σκέψη ότι, πράγματι, ήταν πολύ ευχάριστη η εικόνα εκείνης της τριαντάχρονης, κομψής Αθηναίας που έστησε ένα αυτοσχέδιο μπουντουάρ στη νυχτερινή Πανεπιστημίου -αν δεν το είχε προσέξει πρώτος ο άνδρας με τη μηχανή, θα την είχα προσπεράσει χωρίς να δώσω σημασία σ' εκείνο το χαριτωμένο στιγμιότυπο. Στο δεύτερο κλικ της μηχανής, όμως, η γυναίκα γύρισε και το ξάφνιασμα, σε δευτερόλεπτα, μετατράπηκε σε θυμό. Με οργισμένη φωνή, απαίτησε να μάθει ποιος του έδωσε το δικαίωμα να τη φωτογραφίζει και άρχισε να πετάει κάτι βαρύγδουπα περί προσωπικών δεδομένων. Απομακρύνθηκα χωρίς να περιμένω ν' ακούσω την απάντηση του φωτογράφου, ο οποίος πάντως την κοίταζε άναυδος.
Μήπως η ευαισθησία μας για την περιφρούρηση της ιδιωτικότητας έχει τον τελευταίο καιρό αγγίξει τα όρια της υπερβολής; Πώς φαντάστηκε εκείνη η γυναίκα ότι μπαίνοντας στον δημόσιο χώρο θα έχει -και θα δικαιούται- τον απόλυτο έλεγχο της εικόνας που δίνει; Αναπόφευκτα, βγαίνοντας από το σπίτι μας, έχουμε ήδη κάνει μια άτυπη συμφωνία: οι άλλοι θα μας κοιτάζουν ελεύθερα, αν θέλουν μάλιστα θα μας παρατηρούν. Παραχωρούμε την εικόνα μας στο βλέμμα των άλλων - που αν κρατούν φωτογραφική μηχανή μπορούν και να την απαθανατίσουν. Θα μπορούσαν προφανώς να μας ζητούν την άδεια, και αρκετοί φωτογράφοι πράγματι το κάνουν. Αυτό, όμως, δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως ο αυθορμητισμός είναι εκ των πραγμάτων χαμένος. Η φωτογραφία δρόμου αντλεί το ενδιαφέρον, την ένταση και τελικά την αλήθεια της από την ικανότητα του φωτογράφου να αιχμαλωτίσει το στιγμιαίο, να συλλάβει τη φευγαλέα ομορφιά του τυχαίου.

«Η καθημερινότητα είναι συναρπαστική, γεμάτη από μικρά θαύματα. Κανένας σκηνοθέτης δεν μπορεί να αποδώσει τη γοητεία του απρόσμενου που γεννιέται στον δρόμο», συνήθιζε να λέει ο Ρομπέρ Ντουανό. Η δική του διάσημη φωτογραφία των δύο ερωτευμένων, που φιλιούνται έξω από το Hotel de Ville, μας διηγείται μια ιστορία από το Παρίσι του '50.

Ο φακός και η διεισδυτική, ευαίσθητη ματιά των καλύτερων φωτογράφων δρόμου του περασμένου αιώνα είναι ο λόγος που μπορούμε να φανταστούμε και να ανασυστήσουμε το παρελθόν μας - οι φωτογραφίες του Ντουανό, του Ρόμπερτ Φρανκ, του Μπρεσόν και του Γουόκερ Εβανς δεν είναι μόνο αισθητικά ενδιαφέρουσες. Καταγράφουν και αφηγούνται την πολιτισμική ιστορία μας, ακριβώς την ώρα που τη γράφουμε πάνω στις ελάχιστες, φαινομενικά αδιάφορες ψηφίδες της καθημερινότητας. Τι είναι η ιστορία μιας πόλης αν όχι και το άθροισμα των μικρών επεισοδίων που παίζονται στον δημόσιο χώρο;

Ο βραβευμένος Βρετανός φωτογράφος Ρότζερ Χάτσιγκς έπεσε θύμα ξυλοδαρμού σε ένα πάρκο στο Λονδίνο - ένας άνδρας νόμιζε πως ο Χάτσιγκς φωτογράφιζε το παιδί του. Τόση έχθρα και καχυποψία απέναντι στον φακό δεν είχε συναντήσει την περίοδο που ήταν σε αποστολή στη Βοσνία. Ακόμη και αν πράγματι είχε φωτογραφίσει το παιδί, γιατί αυτό θα έπρεπε να προκαλέσει τρόμο στον πατέρα; Λίγο η υστερία για τους παιδόφιλους που υποτίθεται πως παραμονεύουν σε κάθε γωνία, λίγο ο πανικός για το ενδεχόμενο τρομοκρατικών επιθέσεων, λίγο οι στρεβλώσεις του επίμονου κινήματος πολιτικής ορθότητας που μας έχει κάνει μυγιάγγιχτους, κι έχουμε φτάσει να κυκλοφορούμε στους δρόμους των πόλεων με την αίσθηση πως όλοι απειλούμαστε απ' όλους.

Ο Γουόκερ Εβανς φωτογράφιζε τους συνεπιβάτες του στον υπόγειο της Νέας Υόρκης, με μία κάμερα κρυμμένη στο παλτό του. Τι αλήτης... Αν είχε επιχειρήσει το ίδιο σήμερα, θα είχε φάει πολύ ξύλο. Όταν ο Μπρεσόν φωτογράφιζε, στην Αθήνα του 1953, δύο μαυροντυμένες Ελληνίδες τη στιγμή που περνούσαν μπροστά από την κατοικία με τις καρυάτιδες στο Θησείο, παραβίαζε άραγε την ιδιωτικότητα των δύο γυναικών; Ενδεχομένως. Και ευτυχώς. Το θέμα είναι πώς αντιλαμβανόμαστε τελικά την έννοια της ιδιωτικότητας στον δημόσιο χώρο και σε ποιες συνθήκες πραγματικά υπονομεύεται η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων μας.



Και σε τελική ανάλυση, μήπως να χαλαρώσουμε λίγο; Δεν ξέρω ποιος ήταν ο άνδρας που εκείνο το βράδυ φωτογράφισε τη φιλάρεσκη Αθηναία στην Πανεπιστημίου, αλλά ελπίζω να μην του επέβαλε να πατήσει το delete στην ψηφιακή του. Μπορεί η γυναίκα να είχε την τύχη να τη φωτογράφισε ένας νέος Γκάρι Βίνογκραντ. Ο σπουδαίος Αμερικανός φωτογράφος στόχευε κι αυτός με τον φακό του ανύποπτες γυναίκες στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Κι είχε το θράσος να τις δημοσιεύσει μετά σ' ένα λεύκωμα με τον τίτλο «Women Are Beautiful». Υποθέτω πως κανένα από τα απρόθυμα μοντέλα του δεν αισθάνθηκε προσβεβλημένο. Βέβαια, είναι εξίσου πιθανό ο άγνωστος Αθηναίος φωτογράφος να αποφάσισε να δοκιμάσει την καινούργια ψηφιακή μηχανή του εκείνο το βράδυ που έπληττε αφόρητα.

Κατερίνα Οικονόμου Ελευθεροτυπία
Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Το γεγονός είναι ότι πολύ λίγοι από μας ζούμε τις ζωές μας εξ ολοκλήρου εκτός της δημόσιας οπτικής . Ο δρόμος αποτελεί το χώρο όπου ο πολιτισμός αναπτύσσεται και απεικονίζεται πίσω σε μας μέσω του εμπορίου, της αρχιτεκτονικής, της μόδας, της γλώσσας των σωμάτων, της διαφήμισης και της αναγνώρισης των ανθρώπων μας .
Ιστορικά η φωτογραφία δρόμου, με τυχαίες σκηνές, είναι ανεκτίμητη στην κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων και στο να μάθουν από πού και πως φτάσαμε μέχρι εδώ. Πώς οι άνθρωποι μετακινούνταν γύρω από την πόλη, πώς ντύνονταν , που ψώνιζαν, πως καθιερωνόταν η μόδα κλπ. - Η ειλικρινής φωτογράφιση στο δρόμο είναι ένας κρίσιμος καθρέφτης, ένα απαραίτητο στιγμιότυπο της συλλογικής εμπειρίας μας στα κοινά διαστήματα. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ενδεχομένως πως είναι ένα καλοκαίρι στο Παρίσι η στην Νέα Υόρκη η ακόμα στην Αθήνα το 1938; Πώς αλλιώς θα μπορούμε να πιάσουμε μια άγρια και συγκρουσιακή σκηνή δρόμου του Σαν Φρανσίσκο το 1968; η στην Αθήνα των συνταγματαρχών του 1967;
Δυστυχώς στην εποχή μας όπου κυριαρχεί η καχυποψία και η επιφυλακτικότητα δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα η φωτογράφιση δρόμου και θα έλεγα ακόμη ίσως και επικίνδυνο. Ο καθένας διαστρεβλώνει τους κανόνες και θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να βάζει όρους, όρια και απαγορεύσεις.
Τώρα βέβαια επειδή κάποιων οι απόψεις η οι εμμονές αποδεικνύονται επιφανειακές η άδικες δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σταματήσουμε να φωτογραφίζουμε στο δρόμο ούτε ασφαλώς αυτό μπορεί να αποφευχθεί διαχρονικά. Δηλαδή είναι σαν να λέμε να απαγορεύσουμε σε όλους τους ανθρώπους να μετρούν γιατί μερικοί δεν μπορούν να κάνουν σωστή πρόσθεση!
Από την άλλη δεν σημαίνει ότι αυτή( η φωτογραφία δρόμου) θα πρέπει να θεωρηθεί η ευκολότερη οδός προς μια καλλιτεχνική καταξίωση, αντιθέτως είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα.
Ο Π. Ριβέλλης είχε πει κάποτε «Στην τέχνη το φαινομενικά ευκολότερο είναι και το ουσιαστικά δυσκολότερο. Ας μην νομίζουν λοιπόν οι απανταχού τής Ελλάδας νέοι φωτογράφοι, ότι ο ευκαιριακός βομβαρδισμός τού ανυποψίαστου και ανυπεράσπιστου κοινωνικού μας περίγυρου θα τους εξασφαλίσει εύκολα και σύντομα φωτογραφία ενδιαφέρουσα και προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος. Τις περισσότερες φορές θα καταλήξουν σε μια συλλογή φολκλορικών ή χιουμοριστικών στιγμιότυπων, που θα είναι για την καλλιτεχνική φωτογραφία ότι τα πνευματώδη ευφυολογήματα για τη λογοτεχνία.
Αν όμως οι νέοι αυτοί φωτογράφοι θελήσουν να μελετήσουν τους σπουδαίους «φωτογράφους» τού «δρόμου» θα διαπιστώσουν: Πρώτον, ότι τα θέματά τους δεν έχουν καθαυτά (τις περισσότερες φορές) ενδιαφέρον, παρά μόνον σε σχέση με το φωτογραφικό (και όχι πραγματικό) γεγονός και, ακόμη πάρα πέρα, εντασσόμενα στο συνολικότερο έργο τού φωτογράφου, με πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα προσέγγιση τού κόσμου και τού φωτογραφικού μέσου…»

Η φωτογραφία δρόμου προϋποθέτει να είστε κοντά στους ανθρώπους - συχνά πολύ κοντά. Για να κάνει κάποιος αυτόν τον τύπο φωτογραφίας με επιτυχία πρέπει να είναι στη σκηνή, στο συγκεκριμένο μέρος και όχι ένας απόμακρος παρατηρητής. Αυτό σημαίνει φωτογράφηση με ευρυγώνιους φακούς και πιστεύω τίποτα περισσότερο από τα 50mm. Με ευρυγώνιο φακό συμμετέχετε. Με ένα τηλεφακό είστε στην καλύτερη περίπτωση παρατηρητής, στη χειρότερη περίπτωση ένας περαστικός. Ακριβώς αυτή η μέθοδος είναι που αποτρέπει και αρκετούς φωτογράφους, λόγω του ότι αυτός ο τρόπος φωτογράφισης σημαίνει πολύ κοντά στο προσωπικό διάστημα των περισσότερων ανθρώπων.
Μια φωτογραφία δρόμου για να είναι πετυχημένη θεωρώ ότι κάτι στη σκηνή πρέπει να «μιλήσει» να φανεί σημαντικό στο φωτογράφο, ακόμα κι αν εκείνο το κάτι δεν είναι άμεσα προφανές. Η αποτελεσματική φωτογραφία δρόμου πρέπει να δημιουργεί μια ανατρεπτική οπτικά εικόνα παρά να αφηγείται κάποια ιστορία καταγράφοντας απλά τι ήταν εκεί σε έναν ιδιαίτερο χρόνο και σε μια συγκεκριμένη θέση.
Νομίζω μια από τις καλύτερες μεθόδους φωτογραφίας δρόμου τείνει να είναι η αντανακλαστική, συχνά ένα είδος reportage που μπορεί να πάρει μία θέση με μόνο μια καλά στοχευμένη φωτογραφία. . η γρηγοράδα του να βάλω την κάμερα στο ύψος του ματιού δεν σημαίνει ότι η προσεκτική σύνθεση και η καλλιτεχνική φαντασία, δεν έχουν πραγματοποιηθεί , αλλά ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά συμβαίνει πριν καν να κοιτάξω μέσω του σκοπεύτρου – και συμβαίνει μέσω της εκμάθησης να αναγνωρίζονται οι καταστάσεις, να προσδοκάς την συμπεριφορά, να αναγνωρίζεις τη σκηνή/το μέρος , με λίγα λόγια να αναπτύσσεις ένα καλλιτεχνικό όραμα και μια φωτογραφική φαντασία. Έχοντας ένα «καλό μάτι», και προπαντός να είσαι παρών, βοηθάει πάρα πολύ. Ακόμα δεν είναι όλη η φωτογραφία δρόμου "γρήγορη" στη διάρκεια των όποιων γεγονότων. Μερικά συμβάντα είναι αρκετά «σκόπιμα», εξετάζονται προσεκτικά και εκτελούνται.

Henri Cartier-Bresson : The Decisive Moment - (Η αποφασιστική στιγμή) ένα βιβλίο που θα πρέπει να διαβαστεί από όλους τους ενδιαφερόμενους για τη φωτογραφία δρόμου και τις ρίζες της , και είναι τώρα ελεύθερο να το διαβάσετε δωρεάν στη πιο κάτω διεύθυνση on line.

http://e-photobooks.com/cartier-bresson/decisive-moment.html





Μάθημα φωτογραφίας δρόμου, από τον Garry Winogrand

Το πιο κάτω άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στο τεύχος Ιουνίου του 1988 στο περιοδικό Modern Photography Γράφτηκε από τον Mason Resnick, ιδρυτή του Black and White World, για τον καιρό που διετέλεσε μαθητής του Garry Winogrand.
Είναι άκρως ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται και θέλουν να ενδιατρίψουν βαθύτερα με τη φωτογραφία δρόμου αλλά και να κατανοήσουν τις μεθόδους και τα «μυστικά» του μεγάλου φωτογράφου.

Ποιός είναι ο Mason Resnick
Ο Resnick είναι ενεργός φωτογράφος στη φωτογραφία δρόμου. Η ζωή του σαν φωτογράφος κυριολεκτικά άλλαξε όταν μαθήτευσε κοντά στον Garry Winogrand το 1976. Έχει προωθήσει με μεγάλο ενθουσιασμό τη φωτογραφία δρόμου (καθώς επίσης και άλλες μορφές φωτογραφίας). ο Resnick έχει δημοσιεύσει πλειάδα άρθρων για τη φωτογραφία σε πολλά περιοδικά φωτογραφίας και ιστοχώρους από το 1983. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Modern Photography, Popular Photography, Photo Business, Shutterbug, Photo District News, Visio, Darkroom Photography, American Photo και Outdoor & Travel Photography. Διετέλεσε ακόμα αρθρογράφος για θέματα φωτογραφίας στους New York Times. Αυτήν την περίοδο είναι ο επικεφαλής του κέντρου εκμάθησης Adorama AIRC, όπου εργάζεται από το 2005, και διδάσκει φωτογραφία δρόμου στο Perfect Picture School of Photography. Οι φωτογραφίες του έχουν εμφανιστεί στα περιοδικά Stern, Hadassah, και Modern and Popular Photography . Φωτογραφικές συλλογές του είναι μέρος της μόνιμης συλλογής του Μουσείου Τέχνης της Πόλης της Οκλαχόμα.

...
Δύο από τις πολλές εξαιρετικές φωτογραφίες του Garry Winogrand

Παίρνοντας έμπνευση από τον δάσκαλο τράβηξα οκτώ φιλμ εκείνη τη μέρα! Δούλευα όλη τη νύχτα για να τα τυπώσω και την επόμενη μέρα παρουσίασα, κατενθουσιασμένος, στο δάσκαλο περίπου 50 τυπωμένες φωτογραφίες. Ο Winogrand τις χώρισε σε δύο στήλες, καλές και κακές και μετά μου τις έδωσε πίσω χωρίς κανένα σχόλιο. Τον πίεσα για λεπτομέρειες: τι είναι αυτό που κάνει αυτήν την φωτογραφία καλή ; Γιατί συμπαθείς εκείνη την φωτογραφία και όχι αυτή; Μου απάντησε απλά " είναι καλή φωτογραφία!" και με προέτρεψε να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά στις φωτογραφίες που τραβά. Ήμουν απογοητευμένος, αλλά αισθάνθηκα και την πρόκληση. Το υπόλοιπο του μαθήματος κύλησε στο ίδιο μοτίβο. Την υπόλοιπη μέρα συνέχισα να φωτογραφίζω σαν μανιακός (όπως και οι περισσότεροι από τους άλλους σπουδαστές). Δούλεψα στο σκοτεινό θάλαμο μέχρι την αυγή, ετοίμασα μια δέσμη φωτογραφιών 8x10 και γύρισα στη Νέα Υόρκη από το Long Island για το μάθημα των 9 π.μ.
Ο Winogrand χώρισε πάλι τις φωτογραφίες σε καλές και αδιάφορες. Μελέτησα τις επιλογές του, προσπαθώντας να μπω στη λογική του. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι όταν «λειτουργεί» ολόκληρη η φωτογραφία—δίνει μια διαισθητική απάντηση σε κάτι οπτικό, ανεξήγητο με λέξεις, «…την συμπαθώ» . Εάν μόνο ένα μέρος της φωτογραφίας λειτουργήσει, αυτό δεν είναι αρκετό.

Μας είπε ότι το cropping μας ήταν λανθασμένο και να φωτογραφίζουμε σε πλήρες πλαίσιο έτσι ώστε " η ποιότητα του οπτικού προβλήματος να βελτιωθεί." Ο Winogrand μας είπε ακόμα να φωτογραφίζουμε αυτό που εμείς νιώθουμε ότι μας λέει κάτι και να εμπιστευόμαστε τις επιλογές μας, ακόμα κι αν κανένας άλλος δεν συμφωνεί με αυτές .
Την επόμενη εβδομάδα, ο Winogrand μας είπε για τις μεθόδους με τις οποίες δούλευε ,οι οποίες ήταν μάλλον ανορθόδοξες, αλλά καθόλου επιφανειακές. Δεν εμφάνιζε ποτέ φιλμ μετά από μια φωτογράφιση . Περίμενε σκόπιμα ένα ή δύο χρόνια, λέγοντάς μας ότι έτσι δεν θα είχε ουσιαστικά καμία ανάμνηση της πράξης η της λήψης μιας μεμονωμένης φωτογραφίας. Αυτό, έλεγε, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια αυστηρότερη κρητική για τις φωτογραφίες του! Όπως μας είπε " Εάν ήμουν σε μια καλή διάθεση την ημέρα της φωτογράφισης, τότε εμφάνιζα το φιλμ αμέσως, " μπορούσα να επιλέξω μια εικόνα επειδή θυμόμουν πόσο καλά αισθάνθηκα όταν την πήρα και όχι απαραιτήτως επειδή ήταν μια πολύ καλή φωτογραφία. Θα κάνετε καλύτερες επιλογές εάν προσεγγίζετε «ψυχρά» τα αρνητικά σας και διαχωρίζοντας την επεξεργασία από την φωτογράφιση όσο το δυνατόν περισσότερο. "

Ο Winogrand έβρισκε μερικά από τα πιο δημοφιλή θέματά του με τη μελέτη των workprints του. Δεν βγήκε ποτέ λέγοντας " Θέλω να φωτογραφίσω το τάδε σήμερα, " επειδή αυτό δημιουργεί προκαταλήψεις και σε αποτρέπει από το να είσαι ανοικτός να δεις άλλα πράγματα. Εργάστηκε χωρίς προκαταλήψεις σε αυτό που θα λέγαμε κατάλληλο φωτογραφικό θέμα ή το πώς μια φωτογραφία πρέπει να δείχνει. Είχε πει " Φωτογραφίζω κάτι για να δω πως θα φαίνεται φωτογραφημένο." Μας ενθάρρυνε να μελετήσουμε τις φωτογραφίες των μεγάλων φωτογράφων. Δείτε τις τυπωμένες δουλείες τους στις γκαλερί και τα μουσεία για να ξέρετε πώς μια καλά τυπωμένη φωτογραφική δουλειά δείχνει. Μας σύστησε τους Αμερικανούς Robert Frank, το American Images του Walker Evans τον Robert Adams' τη δουλεία του Lee Friedlander, Paul Strand, Brassai, Andre Kertesz, Weegee και του Henri Cartier-Bresson.
Μας συμβούλεψε ακόμα να είμαστε πάντα εκεί που υπάρχει πολύς κόσμος και συμβαίνουν πράγματα για φωτογράφιση. Το αγαπημένο του μέρος φωτογράφισης ήταν το Columbus Circle στην πόλη της Νέας Υόρκης, Κυριακές στις 3 μ.μ.
Όταν κάποτε τον ρώτησα γιατί βγάζει με κλίση τους ορίζοντές του; Μου απάντησε
" Ποια κλίση; " δεν ενδιαφερόταν να κρατά τους ορίζοντες σε ευθεία γραμμή μέσα στο πλαίσιο, αλλά πάντα είχε ένα κάθετο πλαίσιο αναφοράς στις εικόνες του. (Αυτό μπορεί να είναι και ο μόνος κανόνας της σύνθεσης που μας δίδαξε.)

Είπε ότι η ένταση μεταξύ της φόρμας και του περιεχομένου μιας φωτογραφίας τη κάνει επιτυχημένη. Μας είπε ακόμα ότι η επιτυχέστερη τέχνη είναι αυτή που βρίσκετε στα πρόθυρα της αποτυχίας. Αυτές όλες οι ανάμεικτες ιδέες πρόσθεσαν τελικά πάνω μας μια συνεπή προσέγγιση στη φωτογραφία που μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: καμία προκατάληψη. Οι φωτογραφίες του δεν είχαν τίποτα που να παραπέμπει η έστω να μοιάζει με κάτι που υπήρξε και πριν στην φωτογραφία δρόμου. Ακόμη και η μέθοδος διδασκαλίας του (που άφηνε τους σπουδαστές να δημιουργήσουν το μάθημα με ερωτήσεις, απαντώντας μόνο όπου είχε κάτι σημαντικό να πει) απεικόνιζε και τη φιλοσοφία ανατροπής του σε οποιοδήποτε προηγούμενο παράδειγμα για το «πώς γίνεται» μια φωτογραφία.
Μετά το τέλος του εκπαιδευτικού χρόνου, έβλεπα τη φωτογραφική μηχανή μου και τον κόσμο διαφορετικά πια. Ενθαρρυμένος και από τα τελευταία λόγια του Winogrand' την ώρα του αποχωρισμού από το σχολείο, που μου είχε πει" Πάρε μια άλλη φωτογραφική μηχανή και δούλεψε μαζί της" Αγόρασα λοιπόν μια Leica Μ3 με 35mm φακό και συνέχισα το ταξίδι μου στην τέχνη της φωτογραφίας. Τον Winogrand τον ξαναείδα το 1982 σε μια διάλεξη που έδωσε στο Queens College. Δράττοντας την ευκαιρία του έδειξα κάποια πρόσφατη δουλεία μου. Είπε ότι «τη συμπάθησε» και γυρίζοντας μου είπε να συνεχίσω. Αφού μου υπέγραψε μια φωτογραφία που του πήρα από τη χρονιά που κάναμε τα μαθήματα του είπα, " θα σας δω την επόμενη φορά δάσκαλε. " Αλλά δυστυχώς δεν υπήρξε επόμενη φορά. Δύο χρόνια αργότερα έφυγε για το μεγάλο ταξίδι.

Μερικές εξαιρετικές φωτογραφίες δρόμου από τους εξαιρετικούς φωτογράφους του MAGNUM και NATIONAL GEOGRAPHIC


MAGNUM

......

photo by John Vink Nikos Economopoulos Jean Gaumy



......
photo by Richard Kalvar Κωνσταντίνος Μάνος Chien-Chi Chang



ΝATIONAL GEOGRAPHIC

......
PATRA GREECE 1930 Photograph by Maynard Owen



......

All photo copyrights reserved by there photographers,Magnum and NG

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Βιβλία : Σχολεία Ζωής



Μαργαρίτα Καραπάνου και το βιβλίο της Η ζωή είναι αγρίως απίθανη :

" Ίσως γι' αυτό και η βαθύτερη δικιά μου αδιαφορία και ψυχρότητα. Αλλά τι απίστευτο δώρο όταν κάποιος ή κάτι μ' αγγίξει. Τι λάθος η άποψη πως η ευαισθησία είναι να πάλλεσαι με το καθετί! Αντίθετα. Ο ευαίσθητος άνθρωπος είναι ψυχρός και αδιάφορος φαινομενικά. Απλώς είναι τρομακτικά εκλεκτικός. Οργανωμένο παραλήρημα. Για τους άλλους είναι τέρας. Είναι αλλού, γι' αυτό. "

Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν"
A Tree Grows in Brooklyn (novel), a 1943 novel by Betty Smith

Είναι η στιγμή που η ηρωίδα η μικρή Φράνση μαθαίνει να διαβάζει και αντιλαμβάνεται το νόημα των λέξεων. Πιστεύω πως είναι μια σημαντική στιγμή στην ζωή ενός ανθρώπου..

" Ω, τι μαγική ώρα όταν ένα παιδί αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά πως μπορεί να διαβάζει τυπωμένες λέξεις.
Για κάμποσο διάστημα η Φράνση διάβαζε συλλαβιστά τα γράμματα, πρόφερε τον ήχο τους και μετά έβαζε τους ήχους μαζί για να σχηματίσει μια λέξη. Μια μέρα όμως κοίταξε μια σελίδα και η λέξη "ποντικός" πήρε στη στιγμή την σημασία της. Η Φράνση κοίταξε την λέξη και η εικόνα ενός γκρίζου ποντικού πέρασε από το μυαλό της. Το φράγμα ανάμεσα στον ξεχωριστό ήχο κάθε γράμματος και τη συνολική σημασία της λέξης έπεσε, και η τυπωμένη λέξη έπαιρνε αμέσως έννοια με μια γρήγορη ματιά. Διάβασε μερικές σελίδες βιαστικά και σχεδόν αρρώστησε από την υπερδιέγερση. Ήθελε να ξεφωνίσει. Μπορούσε να διαβάζει..!! Μπορούσε να διαβάζει!!

Από εκείνη την ώρα το διάβασμα έκανε ολόκληρο τον κόσμο της. Δεν θα ένιωθε πια μοναξιά, ούτε θα λυπόταν που δεν είχε στενές φίλες. Φίλες της έγιναν τα βιβλία και έβρισκε πάντα ένα που ταίριαζε στην διάθεση της στιγμής."
Όμηρος Αβραμίδης, Το τραγούδι της βροχής

Είχε δει την θλίψη στα μάτια του από την ώρα που ξεκίνησαν, και στη διαδρομή ήταν σιωπηλός. Του έπιασε το χέρι και του χαμογέλασε τρυφερά.
<<Άκου το τραγούδι της βροχής, βοηθάει να ξεχαστείς>>.
Η ανάμνηση πλημμύρισε την ψυχή του. Τα μάτια του έλαμψαν και της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
<<Βοηθάει Λίζα;>>
<<Πάντα βοηθάει. Μάθε να το ακούς>>.
Την κοιτούσε βαθιά στα μάτια. <<Κι'αν δεν βρέχει;>>
<<Τότε άκου τους άλλους ήχους της φύσης... Τον αέρα που φυσάει, το γρύλο που τραγουδάει, την κουκουβάγια.Άκου τον θόρυβο των αυτοκινήτων, τη φωνή του μεθυσμένου που μιλάει με τον εαυτό του. Στρέψε την προσοχή σου έξω από σένα. Βοηθάει πάντα. Κάν'το>>.
Όσκαρ Γουαιλντ, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη 
Wilde, Oscar, 1854-1900
Έχω καταλήξει να αγαπώ την μυστικότητα. Μου φαίνεται ότι είναι το μόνο που μπορεί να κάνει τη σύγχρονη ζωή μας μυστηριώδη ή υπέροχη. Το πιο κοινό πράγμα γίνεται καταπληκτικό, αρκεί να το κρύψεις. Όταν φεύγω απ'την πόλη, δεν λέω ποτέ στους φίλους μου που πηγαίνω. Αν το έκανα, θα έχανα κάθε ευχαρίστηση. Είναι μια ανόητη συνήθεια αλλά μου φαίνεται ότι φέρνει πολύ ρομαντισμό στη ζωή μας.
Αλκυόνη Παπαδάκη , Στον ίσκιο των πουλιών

"Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της. «Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;» Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα. Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς. Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα."
Ιστορίες μιας θαμμένης ζωής , Μπουκόφσκι
Henry Charles Bukowski
Όποιον και να ρωτήσετε θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος.Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη.Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους,τους παρανόμους,τα ρεμάλια.Δεν τα γουστάρω κείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια με τη γραβάτα και την καλή δουλειά.Μ' αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι , οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια,τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους.Αυτοί μ' ενδιαφέρουν. Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις.
Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη

''Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται..μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη,παρά ο αγώνας για τη Νίκη.
Και ξέρω ακόμα ετούτο,το δυσκολώτερο:δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη..η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα,ετούτη:να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή.
Κι ακόμα ετούτο,το τρίτο,ακόμα πιο δύσκολο:η βεβαιότητα,πως δεν υπάρχει αμοιβή,να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά,υπερηφάνια κι αντρεία.

Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του,στην καρδιά της καρδιάς του,ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφουνται τα πάντα..ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας,και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου.'Άλλοι έχουν τον έρωτα,άλλοι τη δίψα της μάθησης,άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας κι όλα τ'αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος.
Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης..η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους."
Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, "Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή"
Rainer Maria Rilke
"....γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μας έταξε η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ'άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι' αυτό κι οι νέοι -που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι -δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα.
Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν'αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού".
Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πει ν'ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δύο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατελείωτων, ανοργάνωτων..είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν'αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου..είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη.
Μόνο έτσι θα πρέπει να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακροάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα"). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ'ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα). Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι..ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορέσει ακόμη να το χωρέσει."

Ελεωνόρα Σταθοπούλου, ''Εκείνος''
''Σήμερα φέρνοντας -αναπάντεχα στο νου μου έναν αρχαίο μύθο-κατάλαβα τι μπορεί να είναι η αγάπη.
Το κατάλαβα από μια εικόνα πάνω σ' ένα αγγείο: δείχνει τον Πηλέα, να έχει δέσει τα χέρια του γύρω από τη Θέτιδα και να την κρατάει σφιχτά. Αγαπούσε τη Θέτιδα και ο Κένταυρος, που ήταν σοφός, του είχε προβλέψει: ''Η γυναίκα αυτή συνέχεια θα μεταμορφώνεται. Μην φοβηθείς και μη λύσεις ποτέ τα χέρια σου. Θα γίνεται φίδι και λύκαινα, φωτιά και πάγος. Πράγματα δηλαδή, που δύσκολα κρατάει κανείς χωρίς να ματώσουν,να καούν και να παγώσουν τα χέρια του. Εσύ όμως θα το κάνεις. Η αγάπη θα σου δίνει τη δύναμη ν' αντέξεις, ό,τι χωρίς αυτή, θα σου προκαλούσε φρίκη και πόνο και αποστροφή. Και δεν θα χαλαρώσεις ποτέ το αγκάλιασμα, γιατί θα ξέρεις ότι πίσω απ' όλ' αυτά τα πρόσωπα κρύβεται η μορφή της αγαπημένης σου. Κρύβεται η ψυχή της''.
Αυτά είπε ο Κένταυρος κι ο Πηλέας τον άκουσε κι όσο κράταγε ο πόλεμος δεν έπαυε ν' αγαπάει και ν' αγκαλιάζει κάθε μορφή θηρίου που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος. Κι ακόμα ήξερε, πως τα θηρία αυτά, είναι οι όψεις της τρέλας, του πόνου και της αρρώστιας που μπορεί να έχει ο καθένας μας. Όχι η αληθινή εικόνα του.
Και περίμενε το πλήρωμα του χρόνου, μέχρι να λιώσει η αγάπη του κάθε προσωπείο και κάθε αντίσταση, ώστε να δει επιτέλους την ομορφιά της Θέτιδας. Και την είδε. Επειδή δεν έλυσε ποτέ τα χέρια του, την είδε. Επειδή έβλεπε πέρα απ' τη δύση, την ανατολή και πέρα απ' το θηρίο, την θεότητα. Είδε και την αγάπη, πρόσωπο με πρόσωπο.''

Αλκυόνη Παπαδάκη "Στο ακρογιάλι της ουτοπίας"

Αυτό που θα ήθελα απόψε,είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιόν να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα,τόσο τη χαράμισα,τόσο τη δάνεισα,τόσο την ξερίζωσα.Από ποιόν να τη ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...
Αυτό που θα θελα απόψε,τελικά,είναι ένας ώμος,να γείρω πάνω του να κλάψω.
Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.Να κλάψω για όλα.Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα.Για όσα ένιωσα.Για όσα περίμενα και ποτέ δεν ήρθαν.
Για όσα με πρόδωσαν.Για όσα με χαράκωσαν.Για όσα με θανάτωσαν.Για όσα μ'ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.
Για όλα....
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν ακούσω τη φωνή του, να μου πει ψιθυριστά: "Μην κλαις" .Μόνο αυτό.Τίποτε άλλο.
Μην κλαις.Μόνο αυτό....
''Η μοναξιά είναι από χώμα'' της Βαμβουνάκη

" Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ' αυτό το λίγο σου, σ' αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.
Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.
Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!
Για μια τέτοια κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ' έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ' την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.''

''Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια. Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.''

Τομ Ρόμπινς, Ο χορός των εφτά πέπλων (απόσπασμα από το Πρελούδιο)
Thomas Eugene Robbins 
Αυτό είναι το δωμάτιο με την ταπετσαρία της λυκομάνας. Το μοτέλ των μανιταριών, που κάποτε νομίζατε πώς είναι ένα λαϊκό παραμύθι, ένα ηλίθιο, απαρχαιωμένο επαρχιώτικο φούμαρο.
Αυτό είναι το δωμάτιο όπου γεννήθηκαν οι σοφότεροι πρόγονοί σας, ό, τι κι αν είστε- χριστιανοί, Άραβες ή Εβραίοι. Το πλαστικό που είναι στρωμένο κάτω είναι ιερό. Παρακαλώ, βγάλτε τα παπούτσια σας.
Αυτό είναι το δωμάτιο όπου επινοήθηκε η μουσική σας. Προσέξτε το τύμπανο που είναι καρφωμένο στην ταπετσαρία της λυκομάνας, πάνω από το γωνιακό νεροχύτη όπου η αμαρτωλή σύζυγος έπλυνε το μεταξωτό σλιπάκι της, εξετάζοντάς το κάτω από το γαλάζιο φως της επιγραφής ΠΛΗΡΕΣ που αναβόσβηνε ύποπτα στο αμυδρό φως της αυγής.
Αυτό είναι το δωμάτιο όπου οι σωλήνες των οχετών ήπιαν το φεγγαρόφωτο. Αυτό είναι το δωμάτιο όπου τα βρύα έκαναν σιγά σιγά το θησαυρό να σωπάσει.
Αυτό είναι το δωμάτιο όπου είχε θαφτεί το Βαμμένο Ραβδί, όπου η Πορφύρα ήταν τυλιγμένη στον λατρευτικό της πάπυρο. Οι εραστές αλλάζουν το παλιό τους δέρμα μέσα σ΄ αυτό το χωμάτινο δωμάτιο, το αλλάζουν σαν τα ερπετά.
Αυτό είναι το δωμάτιο όπου η Ιεζάβελ έβαψε τα βλέφαρά της με την τραγική λάμψη της ιστορίας, το δωμάτιο όπου η Δαλιδά έκανε εξάσκηση για να πάρει το δίπλωμα της αισθητικής, το δωμάτιο όπου η Σαλώμη έριξε το έβδομο πέπλο καθώς χόρευε το χορό της έσχατης κατανόησης με τα κοκαλιάρικα πόδια της.
Πηγή: http://www.λέσχη.gr