: Απεικάσματα σκέψης: Η μοναξιά κι ο έρωτας ζουν στο πλήθος…
Yπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο. Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα. Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη. Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο. 

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Η μοναξιά κι ο έρωτας ζουν στο πλήθος…


Μισώ τους ναούς του χρήματος. Αγαπώ τους ναούς του πνεύματος. Στις γιορτές πήγα σε άπειρους. Μπήκα σε απίθανα βιβλιοπωλεία πλημμυρισμένα  από τη μυρωδιά του ανθρώπινου νου. Είδα ένα περιέργως χαρούμενο βιβλίο, παρατημένο (μ’ αρέσουν τα παρατημένα, μ’ αρέσουν τα ελαττωματικά, γιατί είναι μοναδικά) Το πήρα στα χέρια μου. Το άνοιξα. Το μύρισα . Ήταν πολύχρωμο, μέσα έξω. Πολύχρωμα χαρούμενο και τόσο διαφορετικό. Το πήρα μαζί μου επί πληρωμή , αν και αυτή εξευτελίζει, δεν το άγγιξε. Το κάρφωσα πάνω στο γραφείο μου. Κάθε πρωί το κοιτούσα, εδώ και μέρες. Δεν το άγγιζα. Δεν το άνοιγα. Δεν το μύριζα. Κι αυτό περίμενε εκεί βουβά. Ξημερώματα Δευτέρας, μετά από πολλές μέρες  προδοσίας το άγγιξα, το άνοιξα, το μύρισα, το φίλησα…
Ξέρεις γιατί;
Γιατί  συνειδητοποίησα ότι ήδη το αγαπούσα!
Ότι το αγάπησα μόλις το είδα! Και όταν το διάβασα το λάτρεψα! Τώρα πια η ανάγνωση του αποτελεί για μένα ιεροτελεστία. Μου χαρίζει ελπίδα …πολύ σημαντική για μένα η ελπίδα και για κάθε απελπισμένο της υφηλίου επίσης.
Γραμμένο από έναν συγγραφέα γεννημένο στην Ταϊβάν, το 1958, έναν πραγματικό καλλιτέχνη. Ο ίδιος έχει κάνει και την απίστευτη εικονογράφηση. Ακόμα ένας λόγος θαυμασμού για τον ολοκληρωμένο δημιουργό! «Εκείνη κι Εκείνος»… τι τίτλος! Τόσο λιτός, μα τόσο καθοριστικός για την ζωή όλων μας. Πόσοι από εμάς δεν ήταν κάποια στιγμή στη ζωή τους «Εκείνοι» ή «Εκείνες»; Πόσοι από εμάς δεν ένιωσαν το ξαφνικό πάθος που συνταράζει και ενώνει; Και πόσοι δεν αμφέβαλαν για την αλήθεια του; Οι ήρωες του βιβλίου ήξεραν πως ήταν το ξαφνικό πάθος που τους ένωσε. Όμως, παρόλο που μια τέτοια αβεβαιότητα σε κάνει να νιώθεις όμορφα, η αβεβαιότητα είναι που σε συνταράζει… όπως υπογραμμίζει και ο Βισουάβα Σιμπόρσκα (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1996)
Κεντρικά θέματα η μοναξιά και ο έρωτας. Η ιστορία απλή, μα γραμμένη με τρόπο ποιητικό. Δυο άγνωστοι εν δυνάμει ερωτεύσιμοι. Ζουν τις εποχές μέσα στο πλήθος. Χειμώνας μοναξιάς. Άνθρωποι σκυθρωποί στους απέραντους δρόμους και αυτοί δυο παράλληλες ευθείες , χωρίς καμία ελπίδα συνάντησης …εκτός αν…
Τόπος, μια παλιά συνοικιακή πολυκατοικία Εκείνη βγαίνοντας έξω, στρίβει πάντα αριστερά. Εκείνος βγαίνοντας έξω, στρίβει πάντα δεξιά. Εγκατάλειψη και μοναξιά με πιθανότητες ασθενικού ήλιου. Εκείνος ζει χωρίς σκοπό. Εκείνη ζει την τραγική μοίρα των ανθρώπων. Η ειρωνεία; Ζουν στην ίδια πολυκατοικία… δυο παράλληλες ευθείες  που, αν και μαθηματικά δεν τέμνονται, στη ζωή τελικά συναντιούνται μια μέρα ηλιόλουστη, στο συντριβάνι του πάρκου… κυκλικό συντριβάνι… όπως και τα παιχνίδια της ζωής. Και είναι σαν να γνωρίζονται χρόνια. Πλημμυρίζουν ευτυχία… όμως ο ήλιος χάνεται. Το μελαγχολικό, μουντό τοπίο θα τους ενώσει, αλλά θα τους χωρίσει σχεδόν αμέσως. Ο αριθμός τηλεφώνου που έδωσαν, ξεθώριασε από τη βροχή και χάθηκε. Απελπισμένοι. Η βροχή εξακολουθεί να πέφτει ασταμάτητα… αυτή τη φορά στις καρδιές τους. Απέλπιδα και η αναζήτηση των ψυχών. Γιορτή έρωτα και τα πάντα ξεσπούν σε λυγμούς. Μέρες χωρίς νόημα. Μέρες χωρίς ζωή. Όσο και αν επιμένουν δεν καταφέρνουν να συναντηθούν.
Όμως έρχεται η άνοιξη…
Ο Λιάο θέλει την άνοιξη… και τη δίνει… αργά και βασανιστικά. Αναπόληση και από τους δυο της μοναδικής μέρας που πραγματικά έζησαν. Μοναξιά αβάσταχτη πια. Μην ξεχνάμε ότι γνώρισαν την ευτυχία έστω και για μια μέρα. Στον λαβύρινθο της πόλης δεν αντέχουν τις φωνές  , ούτε τις σιωπές.
Θέρος... κι αυτό αβάσταχτο.
Το φθινόπωρο τους κουράζει, τους απελπίζει. Ομίχλη παντού. Οι ψυχές παραμένουν στο σκοτάδι. Ζουν τόσο κοντά , μα τόσο μακριά. Ασφυξία και θλίψη παντού.
Όμως οι κύκλοι της ζωής...
Χειμώνας και πάλι! Κρύο δυνατό, χιόνι πυκνό. Μέσα στην αγνότητα του λευκού θα συναντηθούν και πάλι...
Η Άνοιξη τους χαρίστηκε. Από δω και πέρα οι ομπρέλες τους θα μείνουν δίπλα δίπλα για πάντα!

Η μαγεία του βιβλίου είναι η αλληγορία, το υπονοούμενο. Καθώς το διάβαζα έκανα εκατοντάδες συνειρμούς. 
Και κάθε φορά που το διαβάζω ανακαλύπτω καινούριους δρόμους. Μου υπενθυμίζει την αλλοτρίωση των σύγχρονων πόλεων, την καταφυγή στα κοινωνικά δίκτυα, μπας και καλυφθούν τα κενά επικοινωνίας. Και εκεί συναντιούνται επίσης, ευθείες παράλληλες. Άνθρωποι άγνωστοι, μα τόσο γνώριμοι. Γιατί η μοναξιά, όταν δεν είναι ηθελημένη, φθείρει. Όλοι προσπαθούν να την καταπολεμήσουν ακόμα και με ασπιρίνες για καρκίνους.  Και ναι… υπάρχει ελπίδα ακόμα και εκεί . Σε κόσμους εικονικούς, σχεδόν ουτοπικούς. Γιατί και σ’ αυτούς τους κόσμους, όπως και στον αληθινό, ό, τι δίνεις παίρνεις. Και αν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου βρίσκεις τελικά την άνοιξη σου, όπως και οι ήρωες του βιβλίου.


Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να αφήνεις πίσω το παρελθόν σου.....
Αν η ζωή ήταν χρώμα θα ήταν γκρι.
Όλοι έχουμε παρελθόν, κάτι μαύρο που θέλουμε να ξεχάσουμε ή κάτι λευκό που αναπολούμε.
Αλλά η μαγκιά είναι αλλού, να κυνηγάμε πάντα το λευκό που μας επιφυλάσσει το μέλλον , γιατί εμείς φτιάχνουμε το μέλλον μας....
Η ζωή είναι γκρι. Να κυνηγάς πάντα το λευκό σου. Αν δεν κυνηγήσεις εσύ το λευκό που σου ανήκει, στο μέλλον όλα μαύρα θα είναι.


MIPS
Δημοσίευση σχολίου